Αφρικανική Πανώλη και νέες διατροφικές τάσεις, δημιουργούν αβεβαιότητες στη διεθνή αγορά κρέατος

10 Ιουλίου 2019

Αφρικανική Πανώλη και νέες διατροφικές τάσεις, δημιουργούν αβεβαιότητες στη διεθνή αγορά κρέατος

Τις κοινές εκτιμήσεις τους για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές του πρωτογενούς τομέα έδωσαν στη δημοσιότητα ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας (FAO) των Ηνωμένων Εθνών και ο ΟΟΣΑ. Οι εκτιμήσεις καλύπτουν την περίοδο μέχρι το 2028 και παρέχουν αξιολόγηση των προοπτικών στις αγορές αγροτικών προϊόντων σε εθνικό, περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο.

Οι παγκόσμιες αγορές αγροτικών προϊόντων αντιμετωπίζουν, σύμφωνα με την Έκθεση, μια σειρά νέες αβεβαιότητες που προστίθενται στους υψηλούς κινδύνους που παραδοσιακά αντιμετωπίζει η γεωργία. Αν μιλάμε για την πλευρά της προσφοράς, αυτές περιλαμβάνουν την εξάπλωση ασθενειών όπως η Αφρικανική Πανώλη των Χοίρων, η αυξανόμενη αντοχή στις αντιμικροβιακές ουσίες, το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις νέες τεχνικές αναπαραγωγής φυτών, τα όλο και πιο πιθανά ακραία καιρικά φαινόμενα. Αν μιλάμε για την πλευρά της ζήτησης, περιλαμβάνουν τους τρόπους διατροφής που αντικατοπτρίζουν τις νέες αντιλήψεις για θέματα υγείας και αειφορίας, αλλά και τις ανησυχητικές τάσεις στην παχυσαρκία. Ένας περαιτέρω παράγοντας είναι η αυξημένη αβεβαιότητα όσον αφορά τις μελλοντικές εμπορικές συμφωνίες μεταξύ διαφόρων σημαντικών παραγόντων στις παγκόσμιες γεωργικές αγορές. Η κλιμάκωση των συνεχιζόμενων εμπορικών εντάσεων είναι δυνατόν να μειώσει και να αναπροσανατολίσει το εμπόριο, με επιπτώσεις για τις διεθνείς και τις εγχώριες αγορές.

Όπως σημειώνεται στην Έκθεση των δύο οργανισμών, τα πολλά χρόνια ισχυρής προσφοράς έχουν οδηγήσει σε μείωση τις διεθνείς τιμές των περισσότερων αγροτικών προϊόντων, με τις τιμές στα δημητριακά, στο βόειο και στο πρόβειο κρέας να αναμένεται πως θα ανακάμψουν βραχυπρόθεσμα. Σε όλα σχεδόν τα εμπορεύματα που καλύπτει η Έκθεση, οι πραγματικές τιμές αναμένεται να παραμείνουν στα ίδια ή και κάτω από τα τρέχοντα επίπεδα κατά την επόμενη δεκαετία, καθώς οι βελτιώσεις στην παραγωγικότητα εξακολουθούν να ξεπερνούν την αύξηση της ζήτησης.

Ο αυξανόμενος παγκόσμιος πληθυσμός θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί όλο και μεγαλύτερες ποσότητες γεωργικών προϊόντων ως τρόφιμα, ζωοτροφές και για βιομηχανικούς σκοπούς. Μεγάλο μέρος της πρόσθετης ζήτησης τροφίμων κατά την επόμενη δεκαετία θα προέρχεται από περιοχές με ισχυρή πληθυσμιακή ανάπτυξη, ιδίως από την υποσαχάρια Αφρική, την Ινδία, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

Η κατά κεφαλήν κατανάλωση βασικών τροφίμων αναμένεται να παραμείνει στάσιμη, καθώς η ζήτηση είναι κορεσμένη για το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού. Η ζήτηση για κρέας αναμένεται να είναι σχετικά ισχυρή στην Αμερική, ενώ τα χαμηλά εισοδήματα εξακολουθούν να περιορίζουν την κατανάλωση κρέατος στην υποσαχάρια Αφρική. Τα νωπά γαλακτοκομικά προϊόντα θα καλύψουν μεγάλο μέρος της ζήτησης πρωτεϊνών στην Ασία (κυρίως στην Ινδία και στο Πακιστάν). Ευρύτερα, η κατά κεφαλήν κατανάλωση ζάχαρης και φυτικών ελαίων αναμένεται να αυξηθεί, λόγω της αστικοποίησης και της μετάβασης προς περισσότερο επεξεργασμένα και τρόφιμα που ανήκουν στην κατηγορία της «ευκολίας» σε προετοιμασία και κατανάλωση.

Η ισχυρή ζήτηση για τρόφιμα ζωικής προέλευσης παρέχει κίνητρα για την επέκταση της παραγωγής στον τομέα της κτηνοτροφίας μέσω αύξησης του ζωικού κεφαλαίου. Η ζήτηση για ζωοτροφές θα αυξηθεί, με τον αραβόσιτο και τη σόγια να αναμένεται να αυξήσουν το μερίδιό τους στις παγκόσμιες καλλιέργειες. Ως εκ τούτου, η αύξηση της χρήσης δημητριακών για ζωοτροφές αναμένεται να υπερβεί την επέκταση της χρήσης τροφίμων την επόμενη δεκαετία.

Η γεωργική παραγωγή αναμένεται να αυξηθεί κατά 15% την επόμενη δεκαετία και αυτό αποδίδεται πρωτίστως στη βελτίωση των αποδόσεων και σε ένταση της παραγωγής, εξαιτίας της τεχνολογικής καινοτομίας. Η προβλεπόμενη αύξηση της κτηνοτροφικής παραγωγής θα βασιστεί στην επέκταση των κοπαδιών, αλλά και στη μεγαλύτερη και στην αποτελεσματικότερη χρήση των ζωοτροφών. Λόγω των περιορισμών στην αλιεία, σχεδόν όλη η προβλεπόμενη αύξηση της προσφοράς ιχθύων και θαλασσινών θα προέρχεται από την υδατοκαλλιέργεια, ωθώντας το μερίδιό της επί της συνολικής παραγωγής σε περίπου 55% μέχρι το 2028. Το διεθνές εμπόριο θα παραμείνει ο βασικός παράγοντας που θα διασφαλίζει την επισιτιστική επάρκεια σε έναν αυξανόμενο αριθμό χωρών που εισάγουν τρόφιμα. Συνεχίζει επίσης να είναι σημαντικό για τα εισοδήματα και τα μέσα διαβίωσης στις περιοχές που εξάγουν, όπως η Λατινική Αμερική και η Καραϊβική. Η περιοχή της Μαύρης Θάλασσας θα εδραιώσει τη θέση της ως κορυφαίος εξαγωγέας σιταριού και αραβοσίτου, με τις περισσότερες εξαγωγές να κατευθύνονται στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

10 Ιουλίου 2019