Η Εθνική Επιστημονική Επιτροπή για την ευλογιά απαντά στην ΕFSA για τους εμβολιασμούς

09 February 2026

Η Εθνική Επιστημονική Επιτροπή για την ευλογιά απαντά στην ΕFSA για τους εμβολιασμούς

Η Εθνική Επιστημονική Επιτροπή Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευλογιάς των Αιγοπροβάτων, στην επίσημη τοποθέτησή της επί της έκθεσης της EFSA για τον εμβολιασμό κατά της ευλογιάς αιγοπροβάτων σε Ελλάδα και Βουλγαρία, αναγνωρίζει τη σημασία της επιστημονικής συμβολής της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων, επισημαίνει ωστόσο ότι τα συμπεράσματα της έκθεσης συνοδεύονται από ουσιώδεις αβεβαιότητες και περιορισμούς, οι οποίοι δεν επιτρέπουν τη μετατροπή τους σε άμεση και εφαρμόσιμη στρατηγική πολιτικής για την Ελλάδα.

Όπως τονίζεται, η έκθεση της EFSA προσφέρει μια συστηματική επισκόπηση των διαθέσιμων δεδομένων και επιχειρεί, μέσω αλγοριθμικής μοντελοποίησης, να διερευνήσει τον δυνητικό ρόλο του εμβολιασμού στον έλεγχο της επιζωοτίας. Ωστόσο, λόγω των σοβαρών επιπτώσεων που συνεπάγονται τα συμπεράσματα αυτά για τη διαχείριση της νόσου, η ελληνική πλευρά κρίνει αναγκαίο να καταθέσει συγκεκριμένες επιστημονικές παρατηρήσεις.

Δύο καθοριστικοί περιορισμοί

Η Επιτροπή θέτει εξαρχής δύο βασικά δεδομένα που πλαισιώνουν κάθε συζήτηση περί εμβολιασμού στην Ε.Ε:

  • Δεν υπάρχουν σήμερα εγκεκριμένα εμβόλια κατά της ευλογιάς αιγοπροβάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ούτε δεδομένα χρήσης τους σε μη ενδημικές περιοχές ή σε ευρωπαϊκές φυλές.
  • Παράλληλα, δεν υφίστανται εμπορικά διαθέσιμα εμβόλια με δυνατότητα DIVA, δηλαδή διάκρισης μολυσμένων από εμβολιασμένα ζώα.

Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, τα δύο αυτά στοιχεία αποτελούν «ουσιώδεις περιορισμούς της διαθέσιμης τεκμηρίωσης», με άμεσες επιπτώσεις στην επιτήρηση και στο καθεστώς απαλλαγής από τη νόσο.

Αμφισβήτηση της επιδημιολογικής μοντελοποίησης

Η ελληνική πλευρά εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την καταλληλότητα της επιδημιολογικής μοντελοποίησης που χρησιμοποιεί η EFSA. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η προσέγγιση που βασίζεται σε «kernel μετάδοσης» δεν αποτυπώνει την πολυπλοκότητα της ελληνικής επιζωοτίας, η οποία χαρακτηρίζεται από πολλαπλές, γεωγραφικά διακριτές συστάδες και έντονη χωρική και χρονική ετερογένεια.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη σύνθετη γεωγραφία της Ελλάδας, με ορεινούς όγκους και νησιωτικότητα, στοιχεία που λειτουργούν ως φυσικά εμπόδια στη διασπορά της νόσου και δεν ενσωματώνονται επαρκώς σε απλά μοντέλα απόστασης.

Αντιπαραθετικά, η Επιτροπή σημειώνει ότι σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας έχει αναπτυχθεί στατιστικό μοντέλο δύο σταδίων (Hurdle model), το οποίο διαχωρίζει τον κίνδυνο εμφάνισης κρουσμάτων από τη σοβαρότητα της επιζωοτίας και μπορεί να αξιολογήσει πιο ρεαλιστικά την αποτελεσματικότητα των μέτρων, συμπεριλαμβανομένων υποθετικών σεναρίων εμβολιασμού.

Λανθασμένη στόχευση της βιβλιογραφικής αναζήτησης

Κρίσιμη θεωρείται και η διατύπωση του βασικού ερωτήματος της βιβλιογραφικής αναζήτησης της EFSA, το οποίο επικεντρώνεται στη μείωση νοσηρότητας και θνησιμότητας. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το ερώτημα αυτό δεν ευθυγραμμίζεται με το ενωσιακό πλαίσιο εκρίζωσης, όπου εφαρμόζεται πολιτική άμεσης θανάτωσης των ζώων (stamping-out).

Όπως επισημαίνεται, υπό αυτές τις συνθήκες οι δείκτες νοσηρότητας και θνησιμότητας δεν αποτελούν επιχειρησιακά κατάλληλα τελικά σημεία, ενώ αγνοείται η κρίσιμη διάσταση της υποκλινικής λοίμωξης και της πρόληψης της μόλυνσης.

Η Επιτροπή τονίζει ότι θα έπρεπε να αξιολογούνται πρωτίστως:

  • η πρόληψη της μόλυνσης, και
  • η μείωση της αποβολής και της μετάδοσης του ιού,

ώστε η αξιολόγηση να είναι συμβατή με τους ίδιους τους Όρους Εντολής της EFSA.

Κενά σε αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα όρια της διαθέσιμης τεκμηρίωσης. Οι περισσότερες μελέτες αφορούν αίγες και όχι πρόβατα, παρότι η ελληνική επιζωοτία πλήττει σχεδόν αποκλειστικά τα πρόβατα. Αυτό, σύμφωνα με την Επιτροπή, υποδηλώνει ότι τα ευνοϊκά αποτελέσματα στις αίγες ενδέχεται να αντανακλούν εγγενή ανθεκτικότητα του είδους και όχι πραγματική αποτελεσματικότητα των εμβολίων.

Επιπλέον, τα δεδομένα που αφορούν «indigenous breeds» προέρχονται από φυλές τρίτων χωρών και όχι από ευρωπαϊκές ή ελληνικές φυλές, γεγονός που καθιστά επισφαλή τη μεταφορά των συμπερασμάτων στις συνθήκες της Ε.Ε.

Η ίδια η EFSA, άλλωστε, αναγνωρίζει περιπτώσεις υψηλής νοσηρότητας και θνησιμότητας σε ορισμένες φυλές μετά από χρήση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων.

Αποβολή ιού και βιοασφάλεια

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το ζήτημα της αποβολής εμβολιακού ιού. Όπως αναφέρεται, μελέτες κατέγραψαν θετική ανίχνευση του ιού μετά από χρήση ζώντων εξασθενημένων εμβολίων, γεγονός που εγείρει σοβαρά ζητήματα βιοασφάλειας.

Αντιθέτως, τα αδρανοποιημένα εμβόλια, σύμφωνα με την EFSA, «δεν ενέχουν κίνδυνο απέκκρισης ιού», κάτι που τα καθιστά θεωρητικά ασφαλέστερα για ζώνες απαλλαγμένες από τη νόσο. Ωστόσο, η έλλειψη εγκεκριμένων προϊόντων και επαρκών δεδομένων δεν επιτρέπει ασφαλή συμπεράσματα.

Ρυθμιστικά και πρακτικά εμπόδια

Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ο εμβολιασμός συνοδεύεται από σοβαρά πρακτικά προβλήματα εφαρμογής, όπως οι επαναλαμβανόμενοι περιορισμοί μετακίνησης 21 ημερών μετά από κάθε δόση. Στο ελληνικό παραγωγικό σύστημα, τέτοια μέτρα θεωρούνται εξαιρετικά δύσκολα, με κίνδυνο μειωμένης συμμόρφωσης, προβλημάτων ευζωίας και κοινωνικοοικονομικών επιπτώσεων.

Παράλληλα, η απουσία DIVA θα υπονόμευε την επιδημιολογική επιτήρηση και θα περιέπλεκε σοβαρά την πιστοποίηση καθεστώτος απαλλαγής σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο.

Το τελικό συμπέρασμα

Συνοψίζοντας, η Επιτροπή καταλήγει ότι, παρά τη σημαντική συμβολή της EFSA στη συστηματοποίηση της γνώσης, ο εμβολιασμός κατά της ευλογιάς αιγοπροβάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί ώριμο ή ουδέτερο εργαλείο ελέγχου στην Ελλάδα στο παρόν στάδιο.

Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, «εξακολουθούν να υφίστανται ουσιώδεις αβεβαιότητες και περιορισμοί», που καθιστούν την ευρεία ή συστηματική εφαρμογή εμβολιαστικών στρατηγικών επιστημονικά και επιχειρησιακά επισφαλή.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οποιαδήποτε μελλοντική συζήτηση για εμβολιασμό θα πρέπει να προηγείται από στοχευμένες, καλά σχεδιασμένες δοκιμές πεδίου, προσαρμοσμένες στις ελληνικές συνθήκες, καθώς και από σαφή αξιολόγηση των επιπτώσεων στην επιτήρηση, το εμπόριο και τη βιωσιμότητα των μέτρων εκρίζωσης.

09 February 2026