Πρωτεΐνες από την Ευρώπη για την κτηνοτροφία
Related Articles
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να αυξήσει την παραγωγή φυτικών πρωτεϊνών, με βασικό στόχο να μειώσει την εξάρτησή της από εισαγόμενες πρώτες ύλες για ζωοτροφές.
Το θέμα αφορά άμεσα την κτηνοτροφία, αφού μεγάλο μέρος της πρωτεΐνης που χρειάζονται τα ζώα έρχεται σήμερα από άλλες χώρες. Έτσι, όταν αλλάζουν οι τιμές ή δημιουργούνται προβλήματα στο διεθνές εμπόριο, το κόστος περνάει γρήγορα και στην παραγωγή κρέατος, γάλακτος και άλλων ζωικών προϊόντων.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει βάλει στο τραπέζι ένα σχέδιο δράσης για τις πρωτεΐνες, με στόχο να αυξηθεί η ευρωπαϊκή παραγωγή, αλλά και να υπάρχουν περισσότερες διαθέσιμες επιλογές για τις ζωοτροφές.
Μεγάλη η εξάρτηση από τις εισαγωγές
Οι αριθμοί δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος. Η Ε.Ε. παράγει περίπου 67 εκατ. τόνους φυτικών πρωτεϊνών, ενώ οι συνολικές ανάγκες για ζωοτροφές, τρόφιμα και βιομηχανική χρήση φτάνουν περίπου τους 80 εκατ. τόνους. Η κτηνοτροφία απορροφά τη μερίδα του λέοντος, χρησιμοποιώντας περίπου 74 εκατ. τόνους πρωτεΐνης τον χρόνο.
Η μεγαλύτερη εξάρτηση εμφανίζεται στις συμπυκνωμένες πρωτεϊνούχες ζωοτροφές. Το 2025, μόλις το 25,8% της πρωτεΐνης από ελαιούχους σπόρους και πρωτεϊνούχες καλλιέργειες που χρησιμοποιήθηκε στις ζωοτροφές προερχόταν από την ίδια την Ε.Ε. Ο στόχος που έχει τεθεί είναι το ποσοστό αυτό να φτάσει στο 35% μέχρι το 2035.
Πρόκειται, βέβαια, για συγκεκριμένη κατηγορία πρωτεϊνών και όχι για το σύνολο των πρωτεϊνών που παράγονται ή καταναλώνονται στην Ευρώπη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σόγια. Την περίοδο 2024-2025, οι εισαγωγές σπόρων και αλεύρου σόγιας αντιστοιχούσαν σε περίπου 13,4 εκατ. τόνους ακατέργαστης πρωτεΐνης. Οι βασικοί προμηθευτές ήταν η Βραζιλία, η Αργεντινή και οι ΗΠΑ.
Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι της ευρωπαϊκής κτηνοτροφίας εξαρτάται από την παραγωγή και τις εμπορικές εξελίξεις σε λίγες χώρες.
Μπιζέλια, κουκιά και σόγια από την Ευρώπη
Η λύση που εξετάζεται είναι να αυξηθούν οι πρωτεϊνούχες καλλιέργειες μέσα στην Ευρώπη. Στο σχέδιο περιλαμβάνονται καλλιέργειες όπως μπιζέλια, κουκιά, λούπινα, μηδική, σόγια και άλλοι ελαιούχοι σπόροι. Δεν μπορούν, βέβαια, να καλλιεργηθούν όλα παντού. Οι επιλογές εξαρτώνται από το κλίμα, το έδαφος και τις συνθήκες κάθε περιοχής.
Για την κτηνοτροφία, το ζητούμενο είναι να υπάρχει μεγαλύτερη ποικιλία στις πρώτες ύλες των ζωοτροφών. Έτσι, μια μεγάλη αναταραχή στην αγορά μιας συγκεκριμένης πρώτης ύλης δεν θα μεταφέρεται τόσο εύκολα σε ολόκληρο τον κλάδο. Παράλληλα, τα ψυχανθή μπορούν να μπουν στην αμειψισπορά, δηλαδή να εναλλάσσονται με άλλες καλλιέργειες στο ίδιο χωράφι. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση του εδάφους και να δώσουν στον παραγωγό μια ακόμη επιλογή.
Όμως για να προχωρήσει αυτή η αλλαγή δεν αρκεί να σπαρθούν περισσότερα χωράφια με πρωτεϊνούχα φυτά. Πρέπει να υπάρχει και αγορά για την παραγωγή. Οι ζωοτροφές πρέπει να έχουν σταθερή ποιότητα, να μπορούν να μεταποιηθούν και να φτάνουν στον κτηνοτρόφο σε ανταγωνιστική τιμή.
Από το χωράφι στη ζωοτροφή
Σημαντικό ρόλο έχει και η μεταποίηση. Όταν, για παράδειγμα, επεξεργάζονται ελαιούχοι σπόροι για την παραγωγή λαδιού, μένουν πρωτεϊνούχα άλευρα και πίτες έκθλιψης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στις ζωοτροφές. Το ίδιο ισχύει και για ορισμένα παραπροϊόντα της βιομηχανίας τροφίμων, τα οποία μπορούν, όταν πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις, να αξιοποιηθούν στη διατροφή των ζώων αντί να χάνονται.
Ιδιαίτερη περίπτωση είναι τα μηρυκαστικά. Βοοειδή, πρόβατα και αίγες μπορούν να αξιοποιούν βοσκοτόπους και χορτονομές, δηλαδή φυτική ύλη που δεν μπορεί να καταναλωθεί απευθείας από τον άνθρωπο, και να τη μετατρέπουν σε γάλα και κρέας. Για την Ελλάδα, επομένως, το θέμα δεν αφορά μόνο τους καλλιεργητές. Αφορά ολόκληρη την αλυσίδα, από το χωράφι μέχρι τη ζωοτροφή και από εκεί μέχρι την κτηνοτροφική μονάδα.
Η συνεργασία καλλιεργητών, συνεταιρισμών, επιχειρήσεων ζωοτροφών, μεταποιητών και κτηνοτρόφων είναι απαραίτητη ώστε οι πρωτεϊνούχες καλλιέργειες να μην μείνουν απλώς ένας ακόμη στόχος στα ευρωπαϊκά σχέδια. Για την ευρωπαϊκή κτηνοτροφία, το ζητούμενο είναι τελικά αρκετά πρακτικό: περισσότερες διαθέσιμες πρώτες ύλες, λιγότερη εξάρτηση από λίγες χώρες και μεγαλύτερη ασφάλεια στις ζωοτροφές.
Αν αυτή η κατεύθυνση συνδυαστεί με ανταγωνιστικό κόστος και σταθερή ποιότητα, μπορεί να περιορίσει την έκθεση των κτηνοτρόφων στις διεθνείς αναταράξεις και στις απότομες αυξήσεις των τιμών των ζωοτροφών.










