Ανερχόμενες δυνάμεις στις εισαγωγές κρέατος

11 June 2014

Ανερχόμενες δυνάμεις στις εισαγωγές κρέατος

Story Highlights

  • Το 2013 είχαμε μείωση εισαγωγών (ποσότητα) στα κρέατα βοοειδών, αντιθέτως είχαμε αύξηση σε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες κρεάτων: από 1,58% στα χοιροειδή, μέχρι και 19,31% στο κρέας αιγοπροβάτων.

Related Articles

Ποια εικόνα δίνουν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. και πώς τα εξηγούν οι άνθρωποι της αγοράς

 

Γράφει ο Χρήστος Πραμαντιώτης

Δημοσιεύεται στο Meat News, τ.17, Ιούνιος 2014

 

Πάνω από 1 δισεκατομμύριο ευρώ εξακολουθούν να φεύγουν ετησίως από την Ελλάδα για εισαγωγές κρέατος. Αυτό δείχνουν τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. που και φέτος δημοσιεύει, ύστερα από τη σχετική επεξεργασία τους, το Meat News. Πρόκειται για τα προσωρινά στοιχεία που συλλέγει η Στατιστική Υπηρεσία, τα οποία φανερώνουν ότι το 2013 οι εισαγωγές όλων των κατηγοριών κρέατος έφτασαν τις 420,5 χιλ. τόνους, αυξημένες κατά 0,88% σε σχέση με το 2012. Αν και αυξήθηκε η ποσότητα εισαγωγών, εν τούτοις η αξία τους σε ευρώ ήταν μειωμένη κατά 2,75%, αποδεικνύοντας ότι ενώ οι εισαγωγές καλά κρατούν, καθ’ όλη τη διάρκεια του 2013 εισήχθησαν στη χώρα μας πιο φτηνά κομμάτια κρέατος.

Με μειωμένη την αγοραστική δύναμη του καταναλωτή, ήταν από την αρχή της οικονομικής κρίσης φανερό ότι τουλάχιστον στο επίπεδο των εισαγωγών θα σημειωνόταν μια σχετική μείωση των χρημάτων που φεύγουν έξω. Εκείνο που δεν ήταν εξαρχής γνωστό ήταν το γεγονός ότι ακόμη κι αυτή η μείωση της αξίας των εισαγωγών θα αφορούσε μια, έστω και μικρή, αύξηση της ποσότητας των εισαχθέντων κρεάτων. Για όποιον ασχολείται ανελλιπώς με την αγορά του κρέατος, όμως, αυτό δεν είναι δυσεξήγητο. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από κρέας, στο οποίο η παραγωγή της είναι ελλειμματική. Αναγκάζεται λοιπόν να εισάγει τεράστιες ποσότητες ακόμη και τώρα, κι επειδή ακριβώς η παραγωγή της είναι ελλειμματική, έρχονται στη χώρα ποσότητες εξίσου μεγάλες με το παρελθόν, σε χαμηλότερη όμως τιμή.

Η κατάσταση αυτή έρχεται να διαψεύσει όσους εδώ και χρόνια εφαρμόζουν και υλοποιούν πολιτικές στον πρωτογενή τομέα, καθώς όχι μόνο διατηρούνται πάνω από το 1 δισ. τα χρήματα που φεύγουν για εισαγωγές, αλλά ταυτόχρονα δεν φαίνεται να μειώνεται δραστικά και η ποσότητα των εισαγωγών. Κοντολογίς, μπορεί όλοι οι πολιτικοί που πέρασαν από θέσεις σχετικές με τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας να αισθάνονταν την ανάγκη να κηρύξουν τον πόλεμο στην «αιμορραγία» χρήματος που φεύγει από τη χώρα, εν τούτοις στο τέλος-τέλος οι αριθμοί μετράνε. Κι αυτοί είναι αμείλικτοι: 1,1 δισ. φεύγει για εισαγωγές κρέατος.

Ο αριθμός εν πολλοίς μιλά από μόνος του, όμως έχει σημασία το πώς αναλύεται. Ανατρέχοντας στα σχετικά στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. που δημοσιεύουμε (ΠΙΝΑΚΑΣ 1), θα παρατηρήσει κανείς ότι το 2013 είχαμε μείωση εισαγωγών (ποσότητα) στα κρέατα βοοειδών, αντιθέτως είχαμε αύξηση σε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες κρεάτων: από 1,58% στα χοιροειδή, μέχρι και 19,31% στο κρέας αιγοπροβάτων. Σημειώνεται ότι στο κρέας πουλερικών σημειώθηκε επίσης αύξηση εισαγωγών, καθώς εισήχθησαν στη χώρα περισσότερο από 76.000 τόνοι. Οφείλουμε επίσης να σημειώσουμε ότι οι εισαγωγές χοιροειδών ξεπέρασαν πέρυσι τις 196.000 τόνους και είναι το πιο πολυ-εισαγόμενο είδος ανάμεσα σε όλα τα είδη κρεάτων, αφού αποτελούσε το 46,7% των εισαγωγών κρέατος το 2013 (αντιστοίχως, αποτελούσε το 46,3% όλων των εισαγωγών κρέατος το 2012). Αυτά δεν είναι καθόλου καλά νέα για την ελληνική χοιροτροφία.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

Περισσότερο εισαγόμενο σε χαμηλότερες τιμές

Ως ιδιαίτερο πάντως στοιχείο πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι αν και οι εισαχθείσες ποσότητες αυξήθηκαν σε επιμέρους κατηγορίες κρεάτων, η τιμή που πληρώσαμε γι’ αυτές το 2013 μειώθηκε. Αναφέρθηκε παραπάνω ότι αυτό είναι συνέπεια της μειωμένης πλέον αγοραστικής δύναμης του καταναλωτή, ο οποίος έχει στραφεί αναγκαστικά σε πιο φτηνό είδος κρέατος, π.χ. το κοτόπουλο. Δεν είναι όμως μόνο αυτό, καθώς όπως λέει η αγορά, ο καταναλωτής πιέζει για πιο χαμηλή τιμή, και η πίεση μεταφέρεται στο σούπερ μάρκετ και στο κρεοπωλείο, κι από εκεί στον εισαγωγέα, που αναζητά φθηνότερα κομμάτια κρέατος για να καλύψει τη ζήτηση, ενώ την ίδια στιγμή ψάχνει και τις καλύτερες τιμές σε χώρες που μπορούν να έχουν χαμηλό κοστολόγιο παραγωγής. Αυτός φαίνεται να είναι και ένας βασικός λόγος για τις ανακατατάξεις που παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στους βασικούς προμηθευτές της χώρας μας.

Σε επίπεδο αριθμών, πρέπει να επισημανθεί (ΠΙΝΑΚΑΣ 1) ότι το 2013 το εισαχθέν νωπό βόειο κρέας μειώθηκε κατά 5,72% σε ποσότητα, αλλά η μείωση στην αξία του ήταν μεγαλύτερη (-7,77%). Εξίσου χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του κρέατος αιγοπροβάτων: εισήγαμε 19,31% μεγαλύτερη ποσότητα, αλλά πληρώσαμε γι’ αυτήν μόλις 8,90% περισσότερα χρήματα. Πιο αποκαλυπτική όμως είναι η περίπτωση του κρέατος πουλερικών: εισήγαμε 6,06% παραπάνω ποσότητα από ό,τι το 2012, αλλά πληρώσαμε γι’ αυτήν σχεδόν 1% λιγότερα χρήματα από ό,τι το 2012.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

ΠΙΝΑΚΑΣ 10

ΠΙΝΑΚΑΣ 11

ΠΙΝΑΚΑΣ 12

ΠΙΝΑΚΑΣ 13

Νέοι παίκτες χτυπούν στο βόειο

Η απαίτηση για πιο χαμηλές τιμές έχει πιέσει, όπως είδαμε, τις χώρες παραγωγούς που μας προμηθεύουν. Αποτέλεσμα είναι να παρατηρούνται ευρείες ανακατατάξεις στον κατάλογο των παραδοσιακών προμηθευτών μας. Διατηρώντας στοιχεία από το 2006 μέχρι σήμερα, είμαστε σε θέση να πούμε (ΠΙΝΑΚΕΣ 10-13) ότι την περίοδο αυτή, 2006-2013, μιλώντας για το νωπό βόειο, προκαλεί εντύπωση η σημαντική πτώση των ποσοτήτων που εισήχθησαν από Γαλλία και Γερμανία (-21,72% και -45,45% αντιστοίχως). Μικρότερο ποσοστό χάνει η Ολλανδία. Εξίσου εντυπωσιακή ήταν όμως η άνοδος του πολωνικού και του ισπανικού βόειου κρέατος, ιδιαίτερα από το 2011 και μετά. Πρόκειται για μία τάση την οποία οι εμπορικοί αντιπρόσωποι κρέατος την αποδίδουν στην τιμή. «Ισπανία και Πολωνία έκαναν πιο αισθητή την παρουσία τους το 2013», λέει ο Γιώργος Αργυρίου, πρόεδρος της Ένωσης Εμπορικών Αντιπροσώπων Κρέατος, σημειώνοντας ότι οι χώρες αυτές έχουν πιο χαμηλό κόστος παραγωγής. «Αυτό έχει να κάνει με τα εργατικά, αλλά και με την πρώτη ύλη: σαν ζωντανό το μοσχάρι στην Πολωνία είναι πολύ πιο φτηνό». Μαζί του συμφωνεί και ο Χρήστος Πιρπιρής, που θεωρεί την Πολωνία ανερχόμενη δύναμη. Προχωρώντας ένα βήμα παραπέρα, ο ίδιος κάνει την εκτίμηση ότι «η Ρουμανία θα βγάλει κι αυτή μοσχάρι σε λίγο καιρό, τα επόμενα χρόνια, γιατί έχει και τις κατάλληλες εκτάσεις, έχει και τις καιρικές συνθήκες που βοηθούν».

«Όσο ανεβαίνει η Πολωνία θα μειώνεται η Γερμανία», εκτιμά ο Βαγγέλης Τσιρώνης από την εταιρεία STELMA, που θεωρεί ότι η Πολωνία έχει καλυτερέψει την ποιότητα του κρέατος που παράγει, με τη φθηνή τιμή να είναι το μεγάλο της πλεονέκτημα, έναντι του ακριβότερου γερμανικού κρέατος.

Στις αξιοσημείωτες περιπτώσεις αναφορικά με το νωπό μοσχαρίσιο κρέας, συγκαταλέγονται η Ιταλία και το Βέλγιο, χώρες που μετά το 2010 έχουν αυξήσει πολύ τις εξαγωγικές τους επιδόσεις προς την Ελλάδα. Βεβαίως, είναι δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Αφενός μεν γιατί μιλάμε για τονάζ που στην περίπτωση της Ιταλίας ξεπερνά τους 9.000 τόνους ενώ στην περίπτωση του Βελγίου με δυσκολία φτάνει στους 1.700 τόνους. Υπάρχει όμως κι ένα δεύτερο στοιχείο που κάνει τις δύο περιπτώσεις να διαφέρουν. «Το βελγικό μοσχάρι είναι από τα πιο ακριβά της Ευρώπης. Όταν τα μοσχάρια στη Γαλλία είναι 4 ευρώ, στο Βέλγιο είναι 4,80-5,00» λέει στο Meat News ο κ. Αργυρίου. Στην πραγματικότητα μιλάμε πάντως για μικρές ποσότητες βελγικού μοσχαριού, που ουσιαστικά τροφοδοτούν κυρίως μια μεγάλη αλυσίδα σούπερ μάρκετ στη χώρα.

Η υπόθεση πάντως των ανερχόμενων δυνάμεων φαίνεται να κοστίζει ιδιαίτερα στους Γάλλους. Παρόλο που η Γαλλία κατέχει αδιαμφισβήτητη ηγετική θέση ανάμεσα στους προμηθευτές μας, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι την τελευταία 8ετία μειώθηκαν κατά 1/5 οι ποσότητες γαλλικού νωπού βόειου που εισήγαγε η Ελλάδα. Καθισμένη πάνω στους 54.000 τόνους που έστειλε πέρυσι στην Ελλάδα, η Γαλλία βρίσκεται πάντως μακράν πρώτη στο νωπό βόειο, καθώς η δεύτερη Ολλανδία μετά βίας φόρτωσε 9.500 τόνους για Ελλάδα. Χάνει όμως μερίδιο αγοράς, και αυτό έχει τη σημασία του. «Όχι μόνο η Γαλλία, αλλά και οι τρεις παραδοσιακοί προμηθευτές της Ελλάδας χάνουν μερίδιο στο νωπό βόειο κρέας» λέει η Ρομίνα Τζαρέλλα από την Sopexa. Σε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση, σημειώνει ότι «η Ελλάδα δέχθηκε τεράστια πίεση τα προηγούμενα χρόνια με τα προβλήματα των ασφαλειών στις εισαγωγές, με αποτέλεσμα να έχει γίνει σήμερα ο καλοπληρωτής της Ευρώπης. Αυτό την έκανε μια ελκυστική αγορά για πολλούς παίκτες. Διάφοροι ανταγωνιστές λοιπόν, Ιταλία, Πολωνία, Ισπανία, μπήκαν δυναμικά στο παιχνίδι με χαμηλές τιμές και παίρνουν μερίδιο από το γαλλικό κρέας, το οποίο εξακολουθεί να είναι ένα ακριβό προϊόν με πολύ καλή ποιότητα». Η ίδια σημειώνει πάντως ότι «για το γαλλικό μοσχαρίσιο κρέας υπάρχει ένα μεγάλο αβαντάζ: το λιανεμπόριο στην Ελλάδα κρατιέται ακόμη σε παραδοσιακά χέρια, στους κρεοπώλες. Αυτοί είναι σύμμαχοι της Γαλλίας γιατί ξέρουν την ποιότητα και την απόδοση του γαλλικού μοσχαριού. Και το χαρακτηριστικό είναι ότι πολλοί επιλέγουν να κάνουν απευθείας εισαγωγή, βλέποντας ότι σε αυτή την περίπτωση η Γαλλία μπορεί να είναι ανταγωνιστική γιατί μπορεί να κάνει καλύτερες τιμές».

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 4

Ακριβές εισαγωγές χοιρινού

Σε λίγο κάτω από μισό δισ. ευρώ κινήθηκαν πέρυσι οι εισαγωγές χοιρινού κρέατος, αυξημένες κατά 1% σε σχέση με το 2012 (ΠΙΝΑΚΑΣ 4). Η Ολλανδία κρατάει σταθερά την πρώτη θέση τροφοδοτώντας την Ελλάδα με 95 χιλ. τόνους. Παρόλο που δεν απειλείται η πρώτη θέση που κατέχει, εν τούτοις δεν μπορεί να μη σημειωθεί η σημαντική (16,56%) άνοδος της Γερμανίας, η ακόμη πιο σημαντική άνοδος (44,12%) της Ισπανίας, του Βελγίου (75,44%), αλλά κυρίως της Ρουμανίας (103,88%) η οποία πέρυσι φόρτωσε για Ελλάδα κάτι λιγότερο από 6.000 τόνους.

Τα στοιχεία σε βάθος χρόνου (2006-2013) δείχνουν πάντως την Ολλανδία να παραμένει σταθερή στις ποσότητες που φορτώνει για Ελλάδα, αν και πέρασε μια περίοδο κάμψης την τετραετία 2007-2010. Σε αυτή την ανάλυση, πάντως, πρέπει να σημειωθεί η σταθερά ανοδική πορεία της Γερμανίας, αλλά και η σταθερά καθοδική πορεία της Γαλλίας.

Η Γερμανία είναι η μοναδική ανάμεσα στους τρεις βασικούς μας προμηθευτές χοιρινού, που ανέβασε τις ποσότητες που έστειλε στην Ελλάδα. Πιθανώς η αύξηση αυτή οφείλεται στο αποστεωμένο που ως επί το πλείστον διέθετε στη χώρα μας για αρκετό διάστημα σε χαμηλές τιμές, εξηγεί ο Γιώργος Αργυρίου, αναλύοντας επίσης ότι «η Ισπανία παρουσιάστηκε κάποια στιγμή να έχει ενδιαφέρουσες τιμές. Και σε αποστεωμένα και σε ολόκληρα. Όμως παραδοσιακή χώρα προμηθευτής είναι για την Ελλάδα η Ολλανδία. Η Ρουμανία είχε ανέβει σοβαρά για ένα διάστημα ολίγων μηνών επειδή έκανε ένα προμόσιον στην ελληνική αγορά και είχε πραγματικά φτηνό χοιρινό. Αυτό δεν διήρκεσε, ήταν κυρίως ένα ξέσπασμα εντός του α΄ εξαμήνου του 2013».

«Όσο συνεχίζεται η κρίση το χοιρινό κρέας θα έχει μεγαλύτερη ζήτηση και εμείς θα αναζητάμε το πιο φθηνό», συμφωνεί και ο Βαγγέλης Τσιρώνης, εκτιμώντας ότι θα αυξηθεί η εισαγωγή χοιρινού από την Ισπανία. Συγκυριακά, όπως μας λέει, φέτος το χειμώνα η μικρή χιονόπτωση στην Πολωνία αύξησε την προσφορά χοιρινού και μάλιστα με μεγάλο περιθώριο κέρδους, που κάνει αυτή την αγορά ελκυστική για τους Έλληνες εισαγωγείς.

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ 4 δείχνει επίσης ότι με ελάχιστες εξαιρέσεις το χοιρινό κρέας εισήχθη πέρυσι πιο ακριβό. Αυτό επιβεβαιώνει ο Χρήστος Πιρπιρής λέγοντας ότι «πέρυσι το εισαγόμενο κρέας ήρθε σε πιο χαμηλές τιμές, εκτός από το χοιρινό, που ήταν πολύ ακριβό από τον Μάιο μέχρι το τέλος του έτους». Η αίσθηση του ιδίου πάντως, μιλώντας στο Meat News, είναι ότι «η Πολωνία και η Ρουμανία θα αποκτήσουν σημαντική θέση στην τροφοδοσία της Ευρώπης με βόειο και χοίρειο κρέας». Ο κ. Πιρπιρής επίσης προχωρεί σε ακόμη μία εκτίμηση, την οποία είχε κάνει και στο παρελθόν μιλώντας στον γράφοντα: «Η σημερινή κατάσταση οδηγεί τους μεγάλους εισαγωγείς να γίνουν μεγαλύτεροι και τους μικρούς να χαθούν. Αν πάτε στην κεντρική αγορά το βράδυ, θα δείτε ότι πάνω από τα μισά καταστήματα είναι κλειστά. Οι μεγάλοι εισαγωγείς έχουν τη δυνατότητα να φέρουν μεγαλύτερες ποσότητες, ενώ βρίσκουν και πιο εύκολα χρηματοδότηση. Οι μικροί δεν έχουν τις ίδιες προσβάσεις, με αποτέλεσμα να απειλούνται σοβαρά. Με το πρόβλημα των ασφαλειών που αντιμετωπίζουν, χρειάζεται να στηριχθούν».

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 5

Πρόσκαιρη αύξηση στις εισαγωγές αιγοπρόβειου

Στο αιγοπρόβειο κρέας η Ελλάδα παρουσιάζεται σχετικά αυτάρκης ακόμη, εν τούτοις πέρυσι εισήγαγε 6,6 χιλ. τόνους (19,31% παραπάνω από ό,τι το 2012, μια αύξηση που οι εμπορικοί αντιπρόσωποι τη χαρακτηρίζουν πρόσκαιρη). Πρωταγωνιστής η Νέα Ζηλανδία, που «ευθύνεται» για τις μισές περίπου περσινές εισαγωγές αιγοπρόβειου, αλλά και οι Ισπανία, Βουλγαρία, Ρουμανία, που έστειλαν πέρυσι η καθεμία χωριστά περισσότερο από 40% αυξημένες ποσότητες. Η FYROM παραμένει ο Νο2 προμηθευτής μας σε αξία (ευρώ) δημιουργώντας το αξιοπερίεργο να στέλνει πολύ λιγότερες ποσότητες από όσες η Ισπανία. Αν τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. επιβεβαιωθούν, θα σημαίνει ότι το αιγοπρόβειο κρέας που έρχεται από τη FYROM είναι πολύ πιο ακριβό από το ισπανικό (ΠΙΝΑΚΑΣ 5).

Από εκεί και πέρα, στη μακροπρόθεσμη ανάλυση 2006-2013 (ΠΙΝΑΚΑΣ 12), φαίνεται ότι οι εισαγόμενες από Νέα Ζηλανδία και FYROM ποσότητες πέφτουν σημαντικά, το ίδιο και από τη Βουλγαρία την τελευταία διετία.

Πάντως η εισαγωγή ειδικά στα μικρά αρνιά εξακολουθεί να είναι εποχιακή, όπως μας εξηγεί ο κ. Τσιρώνης, εστιάζοντας στους καλοκαιρινούς μήνες που υπάρχει έλλειψη από την ελληνική παραγωγή, λόγω της υπερκατανάλωσης του Πάσχα.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 6

Ανατροπή στο κρέας πουλερικών

Εισαγόμενα κρέατα και βρώσιμα παραπροϊόντα πουλερικών ξεπέρασαν πέρυσι τις 76.000 τόνους κοστίζοντας περισσότερο από 131,6 εκατ. ευρώ (ΠΙΝΑΚΑΣ 6). Εδώ η Βουλγαρία στέλνει τις μεγαλύτερες ποσότητες, που όμως επειδή ήρθαν σε πολύ χαμηλές τιμές την κατατάσσουν τρίτη (σε αξία) στη σειρά των προμηθευτών μας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ η Βουλγαρία φόρτωσε για Ελλάδα 8.000 τόνους περισσότερο από ό,τι η Ολλανδία, εν τούτοις εισέπραξε περίπου 3 εκατ. ευρώ λιγότερα.

«Μπαίνει όλο και περισσότερο εισαγόμενο προϊόν, κυρίως από Ρουμανία και Βουλγαρία, που έχουν ανοίξει πολύ την αγορά» λέει ο Γιώργος Αργυρίου, που εξηγεί ότι και στην περίπτωση αυτή είναι ζήτημα κόστους. «Όλοι θα προτιμούσαν ελληνικά κοτόπουλα αν είχαν δυνατότητα φτηνού» λέει, και σημειώνει ότι «το εισαγόμενο ως επί το πλείστον έρχεται σε κομμάτια. Οι Έλληνες παραγωγοί θέλουν να δίνουν ολόκληρα κοτόπουλα».

«Η ελληνική αγορά δέχθηκε μεγάλη επίθεση και αντέδρασε», μας λέει ο Βαγγέλης Τσιρώνης, θεωρώντας ότι οι εισαγωγές από τη Βουλγαρία πλέον περιορίζονται. «Στο ολόκληρο κοτόπουλο η ελληνική παραγωγή καλύπτει την αγορά, ενώ η Ολλανδία είναι πολύ ανταγωνιστική στα τεμάχια (μπούτια)», συμπληρώνει και μας λέει ότι ως εταιρεία θεωρούν τις πωλήσεις του κοτόπουλου ευκαιριακές.

Στα πουλερικά συνέβη πέρσι και μια σημαντική ανατροπή, καθώς η Ιταλία εισέπραξε λιγότερα χρήματα σε σχέση με την Ολλανδία, περνώντας στη δεύτερη θέση. Μακροπρόθεσμα, η Βουλγαρία δείχνει μια έκρηξη στις επιδόσεις της από το 2011 και μετά, φτάνοντας το 2013 να ξεπερνάει όλους τους ανταγωνιστές της σε ποσότητα κρέατος πουλερικών που εξήγαγε στην Ελλάδα – αυτό όμως δεν μεταφράστηκε σε ευρώ, δείγμα ότι χτύπησε πολύ χαμηλά τις τιμές σε σύγκριση με Ιταλία και Ολλανδία, όπως εξάλλου έκανε και το 2012 (ΠΙΝΑΚΑΣ 6). Το κοτόπουλο είναι πλέον το φαγητό των φτωχών και η ζήτησή του έχει ανέβει (και) στην Ελλάδα, πράγμα που δημιουργεί πίεση για μεγαλύτερες ποσότητες στην κατανάλωση. Με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εγχώρια πτηνοτροφία και λόγω του πολέμου τιμών από το εισαγόμενο, η ζήτηση τείνει να καλύπτεται κατά ένα μέρος από τις εισαγωγές.

 

ΠΙΝΑΚΑΣ 7

ΠΙΝΑΚΑΣ 8

ΠΙΝΑΚΑΣ 9

Γερμανική παν-κυριαρχία σε λουκάνικα, σαλάμια

Στην κατηγορία «Λουκάνικα, σαλάμια και παρόμοια προϊόντα», όπως και στην κατηγορία «Παρασκευάσματα και κονσέρβες κρεάτων», το 2013 ήταν για άλλη μία φορά η χρονιά της Γερμανίας (ΠΙΝΑΚΕΣ 8 & 9). Παρόλο που στην κατηγορία «Λουκάνικα κ.λπ.» μειώθηκαν οι επιδόσεις της τόσο σε ποσότητα όσο και σε αξία, δεν φαίνεται κάποιος ικανός να τη χτυπήσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Γερμανία έστειλε στην Ελλάδα τη μισή από την ποσότητα που εισήγαγε η χώρα μας. Ιταλία και Ισπανία την ακολουθούν από μακριά, ενώ μια ματιά στους αριθμούς δείχνει ότι και οι δύο αυτοί προμηθευτές μας αθροιστικά υπολείπονται κατά πολύ των εκ Γερμανίας εισαγωγών σε «Λουκάνικα κ.λπ.». Για να μιλήσουμε πιο παραστατικά και για να έχουμε ένα μέτρο, αρκεί απλώς να πούμε ότι η Γερμανία φόρτωσε για Ελλάδα μεγαλύτερη ποσότητα σε λουκάνικα, σαλάμια κ.λπ., από όση φόρτωσαν μαζί όλες οι άλλες χώρες της πρώτης δεκάδας προμηθευτών μας. Με τέτοιες επιδόσεις βρίσκεται μακράν πρώτη και στον πίνακα που δείχνει το χρήμα που διατέθηκε για εισαγωγές σε λουκάνικα, σαλάμια κλπ., αποσπώντας το 2013 τριπλάσια αξία εν συγκρίσει με τη δεύτερη Ιταλία.

11 June 2014