Γιώργος Αρσένος, καθηγητής ΑΠΘ: «Η ανασύσταση δεν πρέπει να είναι επιστροφή»

02 November 2026

Γιώργος Αρσένος, καθηγητής ΑΠΘ: «Η ανασύσταση δεν πρέπει να είναι επιστροφή»

Η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή. Η ανασύσταση των κοπαδιών μετά τις μεγάλες απώλειες δεν μπορεί να είναι απλώς μια επιστροφή στα παλιά. Το ερώτημα είναι αν θα ξαναφτιάξουμε το ίδιο μοντέλο ή αν θα αξιοποιήσουμε την κρίση για να το αλλάξουμε. Ο καθηγητής του ΑΠΘ Γεώργιος Αρσένος μιλά για τις επιλογές που ανοίγονται μπροστά στην ελληνική κτηνοτροφία. Και προειδοποιεί ότι η επόμενη μέρα χρειάζεται διαφορετική λογική.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στην Λόλα Σκαλτσά. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Meat News #152 (Οτκώβριος 2026)

Meat News: Έχετε υποστηρίξει ότι ο εμβολιασμός πρέπει να εξεταστεί ως λύση για τον αφθώδη πυρετό. Με τα σημερινά δεδομένα, τι θα κάνατε διαφορετικά στη διαχείριση της επιζωοτίας και γιατί;

Γιώργος Αρσένος: Αυτό που υποστηρίζω από την έναρξη της κρίσης με τις επιζωοτίες είναι ότι η διαχείρισή τους δεν μπορεί να είναι διαρκώς παθητική μετά την εμφάνιση κρουσμάτων. Η χώρα χρειάζεται ένα μόνιμο σύστημα επιδημιολογικής επιτήρησης και έγκαιρης ανίχνευσης μέσω αντικειμενικής ιχνηλασιμότητας και διαρκούς αξιολόγησης κινδύνου για το ζωικό κεφάλαιο από ειδικούς επιστήμονες, ώστε οι αποφάσεις να λαμβάνονται με βάση επικαιροποιημένα επιδημιολογικά δεδομένα.

Η μακροχρόνια εμπειρία μου από τη μελέτη διαφορετικών συστημάτων εκτροφής (μέσα στο κείμενο παραθέτω αντιπροσωπευτικές βιβλιογραφικές αναφορές από έρευνες που έχουμε κάνει), δείχνει ότι η υγεία και η παραγωγικότητα των ζώων καθώς και η οικονομική βιωσιμότητα των εκτροφών δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται χωριστά. Η διαχείριση οποιασδήποτε κρίσης στη κτηνοτροφία πρέπει να βασίζεται σε ολοκληρωμένη αξιολόγηση της κατάστασης στο πεδίο και η λήψη αποφάσεων να γίνεται με βάση το συνδυασμό βιολογικών και οικονομικών δεδομένων [1], [2].

Για τη περίπτωση του αφθώδη πυρετού στη Λέσβο από τη πρώτη στιγμή υποστήριξα ότι έπρεπε να εφαρμοστεί εμβολιασμός (υπάρχει κατάλληλο DIVA εμβόλιο και σχετικό ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο). Συγκεκριμένα, έπρεπε να γίνει άμεσα κατασταλτικός εμβολιασμός στις μολυσμένες εκτροφές (δεδομένης της αργοπορίας στη θανάτωση των ζώων) και προστατευτικός εμβολιασμός σε ζώνη γύρω από την επιβεβαιωμένη εστία. Τα παραπάνω έπρεπε να υποστηρίζονται από ομάδα επιτήρησης/ελέγχου τουλάχιστον 30 συνεργείων και η κατάσταση να αξιολογείται καθημερινά. Τίποτα από αυτά δεν έγινε και έχω σχολιάσει με δημόσιες παρεμβάσεις μου την ευθύνη του ΥΠΑΑΤ για την εξέλιξη της επιζωοτίας του αφθώδη. Το ΥΠΑΑΤ μέχρι σήμερα δεν έχει καταθέσει γραπτώς καμία επιστημονική έκθεση που να τεκμηριώνει τις ενέργειες που έγιναν στη Λέσβο, καθώς και ποια ήταν τα προκαθορισμένα κριτήρια για την εφαρμογή τους συμπεριλαμβανομένου της απόρριψης του εμβολιασμού που όπως γνωρίζουμε επιτρέπεται από το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.

Με βάση τα σημερινά δεδομένα, για τα οποία τονίζω δεν έχουμε καμία ουσιαστική και αντικειμενική ενημέρωση, η εκτίμησή μου είναι ότι ο προστατευτικός εμβολιασμός είναι η μόνη λύση για να σωθεί ότι ζωικό υλικό έχει απομείνει χωρίς να μολυνθεί. Διαφορετικά, σταδιακά θα θανατωθεί το σύνολο των ζώων στο νησί. Επομένως, μαζικός έλεγχος και σάρωση όλων των εκτροφών συνολικά στο νησί και όποια εκτροφή είναι αρνητική άμεσα εμβολιασμός πριν μολυνθεί. Ελπίζω ότι έτσι θα σωθεί ότι ακόμα μπορεί να σωθεί στο νησί. Ο εμβολιασμός, επομένως, πρέπει να βρίσκεται στο τραπέζι ως εργαλείο διαχείρισης κινδύνου, όχι ως πανάκεια και όχι ως υποκατάστατο της επιτήρησης, της βιοασφάλειας και των υπόλοιπων μέτρων. Εφόσον τα δεδομένα δείχνουν ότι μια επιζωοτία δεν ελέγχεται επαρκώς, πρέπει να αξιολογούνται όλες οι διαθέσιμες επιλογές μέσα στο ευρωπαϊκό και διεθνές κανονιστικό πλαίσιο.

Meat News: Έχουμε χάσει ήδη μεγάλο αριθμό ζώων. Πόσο δύσκολη είναι η ανασύσταση των ελληνικών κοπαδιών, από πού πρέπει να προέλθουν τα ζώα και σε πόσα χρόνια μπορεί να επανέλθει η παραγωγή;

Γιώργος Αρσένος: Η ανασύσταση δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια απλή διαδικασία αγοράς ζώων για να συμπληρωθούν αυτά που χάθηκαν. Αυτό θα ήταν ένα ακόμη λάθος, μια ακόμα χαμένη ευκαιρία για εξασφάλιση βιωσιμότητας στις εκτροφές. Κάθε ζώο που εισέρχεται σε μια εκμετάλλευση πρέπει να έχει υγειονομική, γενετική και παραγωγική ταυτότητα. Η ανασύσταση πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο αναβάθμισης του γενετικού δυναμικού και της παραγωγικής ικανότητας των ποιμνίων. Προς την κατεύθυνση αυτή θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη διατήρηση των ελληνικών φυλών αλλά και στη στοχευμένη αξιοποίηση ξενικών γενοτύπων, ώστε να δημιουργηθεί ένα εθνικό ποίμνιο που θα βασίζεται σε ντόπιες φυλές και μιγάδες τους με ξένες ώστε να είναι περισσότερο παραγωγικό, υγιές, ανθεκτικό και προσαρμοσμένο στις ελληνικές συνθήκες. Η άποψη αυτή βασίζεται στα αποτελέσματα μακροχρόνιας ερευνητικής δραστηριότητας στη γενετική βελτίωση των ελληνικών φυλών [3], όπου έχουμε αναδείξει την ανάγκη αξιοποίησης του ελληνικού γενετικού δυναμικού, αλλά και στα εργαλεία που διαθέτουμε [4], να γνωρίζουμε πολύ καλύτερα τη γενετική διαφοροποίηση των ελληνικών φυλών. Όπως θα αναλύσουμε παρακάτω η ανασύσταση θα πρέπει να γίνει σταδιακά και η παραγωγή να επανέλθει κλιμακωτά.

Meat News: Αν ξεκινούσαμε σήμερα από την αρχή, τι είδους αιγοπροβατοτροφία θα σχεδιάζατε για την Ελλάδα; Υπάρχει θέση σε αυτό το μοντέλο για την εκτατική κτηνοτροφία και τον μικρό και μεσαίο κτηνοτρόφο;

Γιώργος Αρσένος: Η άποψή μου είναι ότι δεν υπάρχει ένα μοναδικό παραγωγικό μοντέλο για την αιγοπροβατοτροφία που μπορεί να εφαρμοστεί σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η μορφολογία του εδάφους, η διαθεσιμότητα βοσκοτόπων, το κλίμα κάθε περιοχής, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και η αγορά δημιουργούν διαφορετικές ανάγκες. Επομένως, θεωρώ ότι πρέπει να συνυπάρχουν εντατικά, ημιεντατικά, ημιεκτατικά αλλά και εκτατικά συστήματα εκτροφής που θα καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες. Το μέλλον, επομένως, δεν είναι «μόνο εντατικά συστήματα εκτροφής» ούτε «επιστροφή στην παραδοσιακή κτηνοτροφία». Η αιγοπροβατοτροφία του μέλλοντος θα πρέπει να βασίζεται στις νέες τεχνολογίες και τα συστήματα εκτροφής να είναι προσαρμοσμένα στις συνθήκες κάθε περιοχής και στις ανάγκες της αγοράς.

Σε ό,τι αφορά το ερώτημα αν υπάρχει θέση σε αυτό το μοντέλο για την εκτατική κτηνοτροφία και τον μικρό και μεσαίο κτηνοτρόφο, θα ήθελα να ξεκαθαρίσουμε ότι στην Ελλάδα εκτατική κτηνοτροφία στο τομέα της αιγοπροβατοτροφίας υπάρχει μόνο σε ορισμένα νησιά. Στην ηπειρωτική χώρα εκτατικά εκτρέφονται μόνο οι κρεοπαραγωγές αγελάδες ελευθέρας βοσκής. Στα αιγοπρόβατα το σύστημα είναι το ημιεκτατικό και αφορά κυρίως τη μετακινούμενη αιγοπροβατοτροφία [7]. Κατά την άποψή μου, υπάρχει θέση για τον μικρό και μεσαίο κτηνοτρόφο. Αυτό που χρειάζεται να αλλάξει είναι η οργανωτική δομή αυτών των εκμεταλλεύσεων και το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν όπως έχουμε επισημάνει σε σχετικές έρευνες [5], [6]. Ο κτηνοτρόφος με εκμετάλλευση μικρού και μεσαίου μεγέθους δεν μπορεί να παραμένει μόνος γιατί δεν θα επιβιώσει. Θα πρέπει, λοιπόν, ειδικά για αυτή τη κατηγορία των κτηνοτρόφων να εξασφαλιστεί πρόσβαση, μέσω ομάδων παραγωγών και συνεταιριστικών σχημάτων, σε προγράμματα γενετικής βελτίωσης και τεχνολογίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής (π.χ., τεχνητή σπερματέγχυση) [8], κτηνιατρική υποστήριξη και εργαστηριακές αναλύσεις [9], ψηφιακά εργαλεία διαχείρισης του ποιμνίου και τέλος οργανωμένη διάθεση του παραγόμενου γάλακτος και κρέατος. Μια μικρή ή μεσαία εκτροφή προβάτων ή γιδιών δεν σημαίνει μικρή παραγωγική αξία. Θα πρέπει να μεριμνήσει η πολιτεία ώστε να αποτελούν οι εκτροφές αυτές μικρές μονάδες ενταγμένες σε ένα μεγάλο οργανωμένο παραγωγικό οικοσύστημα. Το ίδιο ρόλο βέβαια θα μπορούσαν να αναλάβουν και οι ιδιώτες, δηλαδή οι γαλακτοβιομηχανίες, οργανώνοντας τη ζώνη γάλακτός τους σε ένα ενιαίο σύστημα υποστηρίζοντας έτσι μικρούς και μεγάλους παραγωγούς. Οι γαλακτοβιομηχανίες τους χρειάζονται όλους και ιδιαίτερα τους παραγωγούς με μικρές και μεσαίου δυναμικού εκμεταλλεύσεις για να έχουν υπεραξία τα προϊόντα τους και ταυτότητα και νομίζω ότι όλοι αντιλαμβάνονται τι εννοώ.

Meat News: Πολλοί θεωρούν τις αυτόχθονες ελληνικές φυλές σημαντικό κεφάλαιο για τη χώρα, ενώ εσείς έχετε εκφράσει πιο επιφυλακτική άποψη. Θα επενδύατε σε αυτές ή θα δίνατε μεγαλύτερο βάρος σε πιο παραγωγικά ζώα;

Γιώργος Αρσένος: Η άποψη που έχω διαχρονικά εκφράσει δεν είναι επιφυλακτική, είναι ρεαλιστική και βασισμένη στην ελληνική πραγματικότητα και στους νόμους της αγοράς. Αναμφίβολα, οι ελληνικές φυλές αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο σε ό,τι αφορά το γενετικό υλικό επειδή έχουν διαμορφωθεί και εξελιχθεί μέσα σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα και συστήματα εκτροφής. Το πρόβλημα είναι ότι όλες οι αυτόχθονες ελληνικές φυλές έχουν ουσιαστικά αφεθεί στη τύχη τους για δεκαετίες και τα προγράμματα που χρηματοδοτούν τη διατήρησή τους ουσιαστικά κατέστρεψαν κάθε δυνατότητα ουσιαστικής προόδου.

Εμείς, με την έρευνά μας τις τελευταίες δεκαετίες, επενδύουμε στις ελληνικές φυλές, αλλά όχι επειδή είναι απλώς ελληνικές [10], [11], [12]. Το ερώτημα μας δεν ήταν ποτέ αν θα πρέπει να επιλέξουμε «ελληνικές» ή «ξένες φυλές». Αυτό που μας απασχολεί είναι ποιο γενετικό υλικό δίνει το καλύτερο αποτέλεσμα σε ότι αφορά το κόστος αλλά και τη ποιότητα για κάθε λίτρο παραγόμενου γάλακτος και κάθε κιλό παραγόμενου κρέατος στις συγκεκριμένες ελληνικές παραγωγικές συνθήκες και στα διαφορετικά συστήματα εκτροφής που μπορεί να εφαρμόζονται σε κάθε περιοχή της χώρας. Το τελευταίο αποτελεί βασική προϋπόθεση για κάθε εκτρεφόμενο ζώο και είναι το κριτήριο επιβίωσης μιας φυλής. Οι αυτόχθονες φυλές πρέπει να αποδεικνύουν την αξία τους μέσα από μετρήσιμα χαρακτηριστικά. Αυτά αφορούν τη παραγωγή και ποιότητα γάλακτος και κρέατος, την αναπαραγωγή, την υγεία, την ανθεκτικότητα και ικανότητα προσαρμογής σε διαφορετικά περιβάλλοντα, το δείκτη μετατρεψιμότητας της τροφής αλλά και τη μακροζωία και τη συνολική οικονομικότητα σε επίπεδο εκτροφής. Σήμερα, έχουμε τα εργαλεία για να αξιολογήσουμε ζώα και πληθυσμούς με ιδιαίτερη αξία [19]. Η δουλειά μας στις ελληνικές φυλές, όπως το Μπούτσκο ή Καλαρρύτικο, το Χιώτικο, το Καραγκούνικο, το Σερραϊκό κ.λπ., είχε και έχει ακριβώς αυτόν τον στόχο, δηλαδή να μελετήσει την προσαρμοστικότητα και την ανθεκτικότητα των ζώων αλλά και την ποιότητα των παραγόμενων προϊόντων αυτών των φυλών. Η επένδυση επομένως στις αυτόχθονες ελληνικές φυλές εξαρτάται από τους στόχους που θέτουμε και δεν είναι δόκιμο να τις βάζουμε απέναντι στις ξένες φυλές οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο συστηματικής γενετικής βελτίωσης τις τελευταίες δεκαετίες όταν εμείς στην Ελλάδα επαναπαυθήκαμε στις επιδοτήσεις, καταργήσαμε όλα τα κέντρα γενετικής βελτίωσης και εγκαταλείφθηκε κάθε συνολική προσπάθεια για ουσιαστική γενετική βελτίωση με παράλληλη διατήρηση τράπεζας γενετικού υλικού (έμβρυα και σπέρμα) από τις αυτόχθονες φυλές. Δυστυχώς σήμερα τα εισαγόμενα ζώα δεν έρχονται για να γίνει αξιοποίηση του γενετικού τους δυναμικού ως εργαλείο βελτίωσης των ελληνικών φυλών, όπως γινόταν πριν από τη δεκαετία του ‘80, αλλά είναι το κύριο υποκατάστατο του ζωικού υλικού που κυριαρχεί στις ελληνικές εκτροφές. Τα εισαγόμενα ζώα σταδιακά εκτοπίζουν κάθε εναπομείναντα πληθυσμό αυτόχθονών φυλών διότι είναι γενετικά βελτιωμένα και έχουν υψηλή ομοιομορφία στα φαινοτυπικά και γενοτυπικά χαρακτηριστικά τους. Οι έρευνές μας έχουν δείξει ότι σε όλα τα ποίμνια των αυτόχθονων ελληνικές φυλών υπάρχει ένα μικρό ποσοστό ζώων με υψηλή γονιμότητα, παραγωγικότητα, ανθεκτικότητας και υψηλό δείκτη μετατρεψιμότητας της τροφής. Δυστυχώς, όμως, στις εκτροφές αυτές ουδέποτε τέθηκε σαφής γενετικός στόχος διότι η γενετική βελτίωση είναι μια επίπονη και χρονοβόρα διαδικασία. Κατά την άποψή μου, η αγορά «καλύτερων» ζώων από το εξωτερικό, που έφτιαξαν οι άλλοι είναι μια ακριβή αλλά εύκολη και γρήγορη λύση και ο κτηνοτροφικός κόσμος της χώρας με την υποστήριξη του κράτους έχει δυστυχώς επιλέξει αυτή τη λύση. 

Meat News: Έχετε μιλήσει για χαμηλή παραγωγικότητα ανά ζώο και μεγάλη εξάρτηση από εισαγωγές. Ποια είναι τα δύο-τρία πράγματα που πρέπει να αλλάξουν πρώτα για να γίνει ξανά ανταγωνιστική η ελληνική αιγοπροβατοτροφία;

Γιώργος Αρσένος: Η ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο στην αύξηση της παραγωγής γάλακτος ανά ζώο δεδομένο ότι το κρέας είναι δευτερεύουσας σημασίας στη στρατηγική των εκτροφών. Πρέπει να αυξηθεί η αξία που παράγεται ανά ζώο, ανά εργαζόμενο και ανά μονάδα των διαθέσιμων πόρων που χρησιμοποιούνται σε μία εκτροφή. Σε μια σειρά από μελέτες, [13], [14] εξετάσαμε την αποδοτικότητα και τις πρακτικές που μπορούν να βελτιώσουν την οικονομικότητα των εκμεταλλεύσεων σε διαφορετικά συστήματα εκτροφής. Παράλληλα, δείξαμε ότι μπορούν να σχεδιαστούν διαφορετικά παραγωγικά πρότυπα με βάση τις πραγματικές συνθήκες των αιγοπροβατοτροφικών εκμεταλλεύσεων [15], αλλά και τις προτιμήσεις και τις ανάγκες των καταναλωτών για προϊόντα που παράγονται από αυτές [16]. Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις άλλες χώρες στο τομέα της αιγοπροβατοτροφίας μόνο με χαμηλό κόστος. Αντίθετα, μπορεί να αξιοποιήσει τη μακροχρόνια παράδοση, τη ποιότητα, τη προέλευση και τη διαφορετικότητα των προϊόντων της αιγοπροβατοτροφίας και εδώ το παράδειγμα της φέτας ΠΟΠ είναι χαρακτηριστικό.

Αν πρέπει να προτείνω 3 πράγματα που μπορούν να κάνουν την ελληνική αιγοπροβατοτροφία ανταγωνιστική αυτά κατά σειρά προτεραιότητας είναι:

Ι. Αξιόπιστο σύστημα υγειονομικής θωράκισης και ιχνηλασιμότητας του ζωικού κεφαλαίου.

Οι πρόσφατες επιζωοτίες έδειξαν με πολύ σκληρό τρόπο την αδυναμία της χώρας να διαχειριστεί αποτελεσματικά τις επιζωοτίες. Σε πρόσφατα άρθρα μου με τίτλο «ΧΑΟΣ και ΤΑΞΙΣ: Το πραγματικό δίλημμα της ελληνικής κτηνοτροφίας απέναντι στις επιζωοτίες» (https://www.agronews.gr/apopseis/gnomes/228860/haos-kai-taxis-to-pragmatiko-dilimma-tis-ellinikis-ktinotrofias-apenadi-stis-epizooties/) και το «Ρίσκο της ανασύστασης μέσα στο ΧΑΟΣ» https://www.agronews.gr/apopseis/gnomes/230678/to-risko-tis-anasustasis-mesa-sto-haos/ τόνισα ότι όσο δεν αλλάζει η συνολική στρατηγική στο κτηνοτροφικό οικοσύστημα και όσο συνεχίζονται οι θανατώσεις ολόκληρων ποιμνίων χωρίς ουσιαστικό και ρεαλιστικό σχέδιο για την επόμενη μέρα, καμία βελτίωση στην παραγωγικότητα δεν αντέχει και καμία ανταγωνιστικότητα δεν μπορεί να επιτευχθεί. Χωρίς επαρκώς στελεχωμένες κρατικές κτηνιατρικές υπηρεσίες, με προσωπικό και πόρους για γρήγορη διάγνωση και επιτήρηση στο πεδίο, χωρίς ηλεκτρονική σήμανση για αξιόπιστο μητρώο εκμεταλλεύσεων και πραγματικό έλεγχο των μετακινήσεων (όχι μόνο στα χαρτιά) αλλά και αξιολόγηση της βιοασφάλειας στις εκτροφές συντηρείται το ΧΑΟΣ. Χωρίς γρήγορες και δίκαιες, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, αποζημιώσεις αλλά και σχέδιο ανασύστασης της εκτροφής του, ο κτηνοτρόφος χάνει την εμπιστοσύνη του στο κράτος και δεν έχει κίνητρο να συνεργαστεί ουσιαστικά.

ΙΙ. Αντικειμενική αξιολόγηση της παραγωγικότητας ανά ζώο, δηλαδή γνώση του κόστους ανά λίτρο παραγόμενου γάλακτος και ανά κιλό παραγόμενου κρέατος

Το εθνικό ποίμνιο προβάτων και αιγών είναι αρκετά εκατομμύρια αλλά κανείς δεν ξέρει πόσα ακριβώς πρόβατα και γίδια έχουμε με αποτέλεσμα να εμφανίζεται μια πλασματική χαμηλή απόδοση ανά προβατίνα και γίδα. Στη πράξη υπάρχει μια τεράστια διακύμανση στις αποδόσεις μεταξύ των ζώων όπως αυτές δηλώνονται από τους εκτροφείς αλλά σχεδόν κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια πόσο κοστίζει να παραχθεί ένα κιλό γάλα. Αυτό δημιουργεί αρκετά προβλήματα στη διαμόρφωση των τιμών παραγωγού αφού δεν υπάρχει κατώφλι και όλοι προσπαθούν να φτάσουν όσο υψηλότερα γίνεται το ταβάνι των τιμών με ότι αυτό συνεπάγεται για την εμπορικότητα των παραγόμενων προϊόντων αλλά και τη μακροχρόνια βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων. Η παραγωγικότητα ανά ζώο μπορεί να αξιολογηθεί με επίσημη καταγραφή των ατομικών αποδόσεων των ζώων ντόπιων και ξένων φυλών ώστε να υπάρχουν τα δεδομένα για ουσιαστική γενετική βελτίωση. Η παραγωγικότητα εξαρτάται κυρίως από τη διατροφή, την αναπαραγωγή και την υγεία του μαστού [9] και όλα αυτά θα πρέπει να υποστηρίζονται από διαρκή εκπαίδευση των κτηνοτρόφων και συμβουλευτική στο πεδίο ώστε να είναι απόλυτα κατανοητή η σχέση κόστους – οφέλους σε κάθε διαχειριστική ενέργεια που γίνεται στην εκτροφή.

ΙΙΙ. Κρατική ενίσχυση, επιδοτήσεις και τιμή προϊόντων που να ανταμείβουν την πραγματική παραγωγή

Διαχρονικά, ο τρόπος κατανομής των επιδοτήσεων και πρόσφατα η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έδειξε πώς το σύστημα ανταμείβει όποιον δηλώνει περισσότερα και όχι όποιον παράγει πραγματικά προϊόντα. Πιστεύω ότι χρειάζεται να υποστηριχθούν όσοι εκτροφείς έχουν πραγματικά ζώα και παράγουν. Οποιαδήποτε ενίσχυση θα πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένη δραστηριότητα και αποδόσεις σε προϊόντα με συγκεκριμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά ώστε ο καλός κτηνοτρόφος να επιβραβεύεται. Ένα ακόμα στοιχείο που παίζει σημαντικό ρόλο είναι η ύπαρξη συνεργατικών σχημάτων σε επίπεδο παραγωγών ώστε να έχουν ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη σε προϊόντα που προμηθεύονται μαζικά αλλά και σε προϊόντα που παράγουν και διαθέτουν στην αγορά.

Κλείνοντας αυτή την ενότητα θα ήθελα να τονίσω ότι υπάρχουν κι άλλα σοβαρά ζητήματα, όπως η έλλειψη εργατικών χεριών και η ανανέωση των γενεών, αλλά λύνονται πιο εύκολα αν τα παραπάνω τρία εφαρμοστούν με τη σειρά που αναφέρθηκαν. Το πρώτο είναι βασικό και επείγον γιατί προστατεύει ό,τι υπάρχει ήδη ως ζωικό κεφάλαιο. Το δεύτερο κρίνει την ανταγωνιστικότητα του κλάδου μακροπρόθεσμα και το τρίτο καθορίζει αν οι κτηνοτρόφοι έχουν κίνητρο να συνεργαστούν στην εφαρμογή των άλλων δύο.

Meat News: Η ανασύσταση των κοπαδιών θα χρειαστεί σημαντική χρηματοδότηση. Πρέπει η πολιτεία να περιοριστεί στην αποζημίωση των απωλειών ή να χρηματοδοτήσει ένα νέο παραγωγικό μοντέλο με συγκεκριμένους όρους;

Γιώργος Αρσένος: Οι αποζημιώσεις και οι ενισχύσεις είναι απαραίτητες όταν ένας παραγωγός έχει υποστεί μια καταστροφή, αλλά δεν μπορούν να αποτελούν το μόνιμο αναπτυξιακό μοντέλο. Η πρότασή μου είναι να γίνουν και τα δύο, σε δύο ξεχωριστά πλαίσια. Η αποζημίωση πρέπει να είναι δικαίωμα χωρίς όρους. Η επιπλέον χρηματοδότηση για την ανασύσταση να είναι προαιρετική και να συνδέεται με όρους. Αυτά δεν θα πρέπει να μπερδεύονται.

Ειδικότερα, το πρώτο πλαίσιο αφορά την αποζημίωση χωρίς όρους και θα πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια και να είναι εξειδικευμένη για κάθε περίπτωση εκτροφής ξεχωριστά. Η αποζημίωση δίνεται για τα ζώα που θανατώθηκαν χωρίς τη θέληση του κτηνοτρόφου, με απόφαση των κρατικών υπηρεσιών και επομένως δεν είναι ενίσχυση. Είναι το αντιστάθμισμα για την απώλεια που υπέστη από τη καταστροφή του ζωικού κεφαλαίου. Άρα η αποζημίωση πρέπει να δίνεται άμεσα και να βασίζεται σε ρεαλιστική αγοραία αξία (με διαφοροποίηση για ζώα αυξημένης γενετικής αξίας) και να καλύπτει και το χαμένο εισόδημα της περιόδου που ο κτηνοτρόφος μένει χωρίς ζώα μέχρι δηλαδή την επανεκκίνηση της εκτροφής του. Αυτό αφορά όσους επιθυμούν να συνεχίσουν και είναι ένα ρεαλιστικό πλαίσιο, αν θέλουμε να έχουμε κτηνοτροφία και κτηνοτρόφους που θα μείνουν στο επάγγελμα. Αν καθυστερούν οι πληρωμές ο κτηνοτρόφος δεν έχει εισόδημα και χάνεται η εμπιστοσύνη του στο κράτος. Οι υπόλοιποι κτηνοτρόφοι που είναι νοικοκύρηδες βλέποντας αυτή τη κατάσταση θα διστάσουν να δηλώσουν πιθανό κρούσμα. Αυτό υπονομεύει όλη τη πολιτική διαχείρισης μιας επιζωοτίας και ακυρώνει τα σχέδια υγειονομικής θωράκισης του εθνικού ποιμνίου. Εδώ υπάρχει μια βασική προϋπόθεση, η ύπαρξη αξιόπιστου συστήματος ιχνηλασιμότητας, τήρηση αντικειμενικών μητρώων και νόμιμες μετακινήσεις ζωικού κεφαλαίου. Στο νέο παραγωγικό μοντέλο θα έχουν θέση και θα ανταμείβονται μόνον όσοι κτηνοτρόφοι συνεχίσουν στο επάγγελμα και τηρούν τους κανόνες.

Στο δεύτερο πλαίσιο εντάσσεται η χρηματοδότηση του «νέου παραγωγικού μοντέλου» με συγκεκριμένους όρους. Εδώ υπάρχει μια μεγάλη ευκαιρία αλλά ταυτόχρονα και μεγάλο ρίσκο. Αν στόχος του κράτους είναι απλώς να χρηματοδοτήσει την αντικατάσταση των ζώων που χάθηκαν ξαναγεμίζοντας τους ίδιους στάβλους με τα ίδια ζώα και την ίδια νοοτροπία εκτροφής, θα ξαναστήσει ένα παραγωγικό μοντέλο που ήδη ήταν προβληματικό και μη ανταγωνιστικό. Η ανασύσταση πρέπει να γίνεται σταδιακά και με ελέγχους. Επομένως, αν αποφασιστεί μια επιπλέον χρηματοδότηση πέρα από την αποζημίωση το ύψος της ενίσχυσης θα πρέπει να είναι κλιμακωτό και ανάλογο των δεσμεύσεων που θα είναι διατεθειμένος να αναλάβει ο κτηνοτρόφος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα το οποίο σε καμιά περίπτωση δεν θα είναι μικρότερο των 5 ετών. Οι δεσμεύσεις αυτές θα είναι για παράδειγμα συγκεκριμένα μέτρα βιοασφάλειας στην εκτροφή, προμήθεια ζώων από πιστοποιημένες εκτροφές με γνωστή υγειονομική κατάσταση και γενετική αξία, ηλεκτρονική σήμανση και ψηφιακή τήρηση μητρώου εκτροφής και μητρώου φαρμακευτικών αγωγών, καθώς και ηλεκτρονική καταγραφή και διατήρηση βάσης δεδομένων με τα φαινοτυπικά χαρακτηριστικά των εκτρεφόμενων ζώων.

Η ερευνητική εμπειρία [1], [2], δείχνει ότι πρέπει να χρηματοδοτηθεί η μετάβαση σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα περιλαμβάνει γενετική βελτίωση, διατήρηση του ντόπιου γενετικού υλικού, υγειονομική προστασία, βιοασφάλεια, ψηφιακή καταγραφή, σύγχρονες υποδομές, δια βίου εκπαίδευση των κτηνοτρόφων και συμβουλευτική υποστήριξη. Εδώ πρέπει να διευκρινιστεί ότι το «νέο παραγωγικό μοντέλο» δεν σημαίνει αναγκαστικά εντατικοποίηση αλλά πρέπει να περιλαμβάνει οπωσδήποτε και την ημιεντατική, και ημιεκτατική κτηνοτροφία διότι τα δύο αυτά συστήματα εκτροφής έχουν άλλη λογική και άλλη αξία (αξιοποίηση βοσκοτόπων, ΠΟΠ προϊόντα, πρόληψη πυρκαγιών και διατήρηση της οικονομίας σε μειονεκτικές περιοχές). Επομένως, οι όροι πρέπει να προσαρμόζονται στο κάθε σύστημα. Οι κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις και το Στρατηγικό Σχέδιο της ΚΑΠ ορίζουν τι μπορεί να χρηματοδοτηθεί και πώς. Συμπερασματικά, οι αποζημιώσεις υπάρχουν για να κρατηθούν οι κτηνοτρόφοι στο επάγγελμα και να συνεχίσουν να συνεργάζονται με τη πολιτεία στη διαχείριση επιζωοτιών. Οι επιπλέον χρηματοδοτήσεις θα πρέπει σχεδιάζονται με στόχο το μέλλον ώστε να αλλάξει κάτι στον κλάδο. Ο κτηνοτρόφος του μέλλοντος πρέπει να μπορεί να συλλέγει και να χρησιμοποιεί δεδομένα, να κατανοεί το κόστος παραγωγής, να αξιολογεί τη γενετική αξία των ζώων του και να διαχειρίζεται τους κινδύνους με μέτρα βιοασφάλειας.

Meat News: Αν συγκρίνουμε την ελληνική αιγοπροβατοτροφία με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, πού υστερούμε περισσότερο και τι κάνουν εκείνες καλύτερα; Και, αντίστροφα, ποια πλεονεκτήματα της Ελλάδας δεν αξιοποιούμε αρκετά;

Γιώργος Αρσένος: Η ελληνική αιγοπροβατοτροφία διαθέτει ακόμα σημαντικό γενετικό δυναμικό εγχώριων φυλών, έχει κτηνοτρόφους με μεγάλη εμπειρία στην εκτροφή προβάτων και γιδιών, έχει προϊόντα με ισχυρή ταυτότητα και σημαντικό ερευνητικό δυναμικό. Από τα διαθέσιμα ερευνητικά αποτελέσματα [3], [4], [17] φαίνεται ότι η ελληνική αιγοπροβατοτροφία συμμετέχει ενεργά στη σύγχρονη ευρωπαϊκή προσπάθεια για γενετική βελτίωση και ανθεκτικότητα στη κλιματική αλλαγή. Στις μελέτες αυτές διαπιστώθηκε ότι η γενετική βελτίωση δεν μπορεί να σχεδιάζεται ερήμην του κτηνοτρόφου [18]. Στην Ελλάδα, χρειαζόμαστε καλύτερη σύνδεση της έρευνας με τους βασικούς συντελεστές της αιγοπροβατοτροφίας που είναι μεμονωμένοι παραγωγοί, ομάδες παραγωγών και συνεταιρισμοί καθώς και μεταποιητικές επιχειρήσεις. Χρειαζόμαστε περισσότερα και αξιόπιστα δεδομένα πεδίου και καλύτερη αξιοποίησή τους. Αν κάνουμε σύγκριση με χώρες που μοιάζουν περισσότερο με την Ελλάδα στο τομέα της αιγοπροβατοτροφίας (Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία και ιδίως Σαρδηνία), θα διαπιστώσουμε ότι δεν υστερούμε ούτε στο ζωικό υλικό ούτε στη διαθεσιμότητα φυσικών πόρων. Υστερούμε κυρίως στην συνολική οργάνωση του οικοσυστήματος της αιγοπροβατοτροφίας. Ειδικότερα, δεν υπάρχει ένα εθνικό πλαίσιο για γενετική βελτίωση και καταγραφή των φαινοτυπικών χαρακτηριστικών των εκτρεφόμενων ζώων. Στη Γαλλία για παράδειγμα, η φυλή Lacaune (ζώα της οποίας εισάγουμε συνεχώς και επικρατούν πλέον στο σύνολο των εντατικών εκτροφών), έχει ενταχθεί εδώ και πέντε δεκαετίες σε οργανωμένο πρόγραμμα γενετικής βελτίωσης. Υπάρχει επίσημη καταγραφή γάλακτος, ευρεία χρήση τεχνητής σπερματέγχυσης και έλεγχος απογόνων από κοινό φορέα που συμμετέχουν κτηνοτρόφοι και επιστήμονες με τους τελευταίους να παρέχουν στους κτηνοτρόφους συνεχείς συμβουλές για διατροφή, αναπαραγωγή και οικονομική διαχείριση. Το ίδιο μοντέλο ισχύει στην Ισπανία για φυλές προβάτων όπως η Manchega, η Latxa και η Assaf (που και αυτή κατέχει σημαντικό μερίδιο στις εισαγωγές ζώων στην Ελλάδα και σε μεγάλο ποσοστό στις εκτροφές), αλλά και φυλές γιδιών όπως η Murciano granadina και η Florida. Στην Ελλάδα αξιόλογη προσπάθεια γίνεται για στις φυλές προβάτων Φριζάρτα, Χίου και Μυτιλήνης ή Λεσβου από ορισμένους συνεταιρισμούς εκτροφέων, αλλά δεν υπάρχει εθνικό σύστημα με αποτέλεσμα το εθνικό ποίμνιο να εξαρτάται πλέον από τις γαλλικές και Ισπανικές φυλές. Επιπλέον, στην Ελλάδα η συμβουλευτική έχει ουσιαστικά αποδυναμωθεί και ο κτηνοτρόφος ενημερώνεται κυρίως από στελέχη ιδιωτικών εταιρειών ζωοτροφών και κτηνιατρικών προϊόντων.

Σε ό,τι αφορά τα πλεονεκτήματα της Ελλάδας η φέτα είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα ΠΟΠ προϊόντα της Ευρώπης, με εξαγωγές που παρουσιάζουν συνεχώς αυξητικό ρυθμό. Επιπλέον έχουμε πολλά ακόμα αξιόλογα ΠΟΠ τυριά που δεν αξιοποιούμε επαρκώς και διαχρονικά έχουν επισκιαστεί από τη φέτα χωρίς ουσιαστική προβολή και ισχυρή εμπορική οργάνωση. Σημαντικό πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι και η ποιότητα του γάλακτος που παράγεται από τις ντόπιες φυλές εκτρεφόμενες σε ημιεντατικά και εκτατικά συστήματα. Τα ζώα των φυλών αυτών παράγουν λιγότερο γάλα σε σχέση με τα εισαγόμενα ζώα ξενικών φυλών αλλά το γάλα τους έχει καλύτερη τυροκομική απόδοση Δυστυχώς όμως οι ντόπιες φυλές αφέθηκαν στη τύχη τους δεν ασχοληθήκαμε συστηματικά με τη γενετική τους βελτίωση ούτε προβάλλαμε τη διαφορά στα προϊόντα που παράγουν. Έτσι, τα τελευταία είκοσι χρόνια η μόνη λύση που προτείνεται είναι η αντικατάστασή τους με ξένες φυλές γεγονός με τις πρόσφατες επιζωοτίες και την ανάγκη αναπλήρωσης του ζωικού κεφαλαίου γίνεται κανόνας τουλάχιστο στα πρόβατα.

Ένα από τα διαχρονικά πλεονεκτήματα της Ελλάδα είναι η αιγοτροφία της αφού έχουμε έναν από τους μεγαλύτερους πληθυσμούς αιγών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το γίδινο γάλα και τα προϊόντα του έχουν αυξανόμενη ζήτηση στην Ευρώπη και μόλις τα τελευταία 15 χρόνια ξεκίνησε και η εμπορική αξιοποίηση του στην Ελλάδα ως παστεριωμένου για ανθρώπινη κατανάλωση. Το πρόβλημα είναι ότι συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε το γίδινο γάλα ως συμπλήρωμα του πρόβειου στη παραγωγή της φέτας και όχι ως αυτόνομη κατηγορία προϊόντος. Συγκριτικά, η Γαλλία και η Ολλανδία έχουν χτίσει ολόκληρο φάκελο προϊόντων με βάση το γίδινο γάλα. Τα ελληνικά γίδια είναι ίσως η πιο παραμελημένη κατηγορία ζωικού υλικού στην Ελλάδα και ο κλάδος της αιγοτροφίας ο λιγότερο ανεπτυγμένος [20]. Τα περιθώρια ανάπτυξης είναι τεράστια, το ζωικό υλικό έχει πολύ αξιόλογο γενετικό υλικό αλλά και εδώ λείπει κάθε ενδιαφέρον για ουσιαστική στήριξη από τη πολιτεία και οι εναπομείναντες γιδοτρόφοι έχουν αφεθεί στη τύχη τους. Η Ελλάδα είναι ένας απέραντος γιδότοπος με περιοχές όπου μόνο γίδια μπορούν να εκτραφούν. Το ημιεκτατικό αλλά και ημιεντατικό σύστημα εκτροφής, που κάποιο θεωρούν ότι δεν έχει μέλλον, είναι σήμερα αυτό που ζητούν οι αγορές και η ευρωπαϊκή κοινή αγροτική πολιτική και οι καταναλωτές [7]. Δηλαδή, προϊόντα από ζώα που βόσκουν ελεύθερα, έχουν χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα και συντελούν στη βιωσιμότητα των φυσικών οικοσυστημάτων, δηλαδή διατήρηση βοσκοτόπων και βιοποικιλότητας και μείωση της καύσιμης ύλης για πρόληψη πυρκαγιών.

Υπάρχουν πολλά ακόμα που θα ήθελα να αναφερθούν για την ελληνική αιγοπροβατοτροφία και τους ανθρώπους της, γιατί από την εμπειρία μου σχετικά με τις άλλες χώρες ξανατονίζω ότι δεν έχουν ούτε καλύτερα ζώα ούτε καλύτερα φυσικούς πόρους. Έχουν όμως θεσμούς και διαχρονική πολιτική με συνέχεια που στοχεύει στη μετατροπή της επιστημονικής γνώσης σε παραγωγικότητα στο πεδίο και τη ποιότητα των προϊόντων σε υψηλή τιμή. Η Ελλάδα έχει πολλά πλεονεκτήματα (φέτα, ντόπιες φυλές, αιγοτροφία, κατάλληλους βοσκοτόπους, τεχνογνωσία), αλλά δυστυχώς δεν έχει την κατάλληλη οργανωτική δομή και για να τα εκμεταλλευτεί.

Meat News: Αν σας ζητούσαμε να περιγράψετε την ελληνική αιγοπροβατοτροφία του 2035, τι θα θέλατε να έχει αλλάξει σε σχέση με τη σημερινή εικόνα;

Γιώργος Αρσένος: Το 2035 θα ήθελα η αιγοπροβατοτροφία να είναι επάγγελμα που επιλέγει συνειδητά ένας νέος κτηνοτρόφος και όχι ένα επάγγελμα στο οποίο μένει επειδή δεν έχει άλλη επιλογή. Θα ήθελα να αλλάξει η εικόνα για τον αιγοπροβατοτρόφο ώστε να αναγνωρίζεται ο ρόλος του ως φροντιστή του περιβάλλοντος και βασικό συντελεστή της διατροφικής ασφάλειας της χώρας. Για να επιτευχθούν αυτές οι αλλαγές θα πρέπει να μπουν περισσότεροι νέοι κτηνοτρόφοι στο κλάδο αυτό. Θα πρέπει να έχουν τη κατάλληλη κατάρτιση και να διαχειρίζονται την εκτροφή ως επιχείρηση γνωρίζοντας τις λεπτομέρειες του κόστους παραγωγής. Θα πρέπει να έχουν σχέδιο για μελλοντική βιωσιμότητα που θα βασίζεται κυρίως στη παραγωγικότητα της εκτροφής και λιγότερο στις επιδοτήσεις. Οι εκτροφές θα πρέπει να εξασφαλίζουν τις βέλτιστες συνθήκες εργασίας για το προσωπικό και ευκολία στη διαχείριση του ποιμνίου. Χρειάζεται σύγχρονος μηχανολογικός εξοπλισμός, ηλεκτρονική ταυτότητα για κάθε ζώο και δυνατότητα καταγραφής ατομικών δεδομένων παραγωγής και υγείας.

Το 2035 θα υπάρχουν λιγότερες εκμεταλλεύσεις και πολύ λιγότερα ζώα από σήμερα. Αυτό δεν είναι απαραίτητα πρόβλημα, αν οι εκτροφές που θα μείνουν είναι βιώσιμες και παράγουν περισσότερο γάλα και περισσότερη αξία ανά ζώο. Θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή να μην να μην χαθούν οι μικρές και μεσαίες εκμεταλλεύσεις ιδίως αυτές στα νησιά καθώς και σε ημιορεινές και ορεινές περιοχές. Οι εκμεταλλεύσεις αυτές πρέπει να έχουν θέση στο μοντέλο του 2035, με άλλα κριτήρια επιτυχίας από τις εντατικές. Το 2035 η αιγοπροβατοτροφία πρέπει να διατηρήσει τη ταυτότητά της (ντόπιες φυλές, παραδοσιακά προϊόντα) αποκτώντας ταυτόχρονα την οργάνωση που λείπει σήμερα. Κάθε ζώο θα έχει ψηφιακή και γενετική ταυτότητα και θα γνωρίζουμε τη παραγωγή, την υγεία, την αναπαραγωγή και τη γενετική του αξία. Θα ήθελα εκμεταλλεύσεις διαφορετικού μεγέθους, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων, να έχουν θέση στο νέο παραγωγικό μοντέλο. Η μικρή εκμετάλλευση δεν πρέπει να θεωρείται από μόνη της πρόβλημα. Πρόβλημα είναι η μικρή εκμετάλλευση όταν λειτουργεί απομονωμένη, χωρίς πρόσβαση σε τεχνολογία, γνώση, γενετική βελτίωση, υπηρεσίες και οργανωμένη αγορά.

Οι έρευνές μας για την οικονομική αποδοτικότητα [13], [14], τη βιωσιμότητα [1],[2], την ανθεκτικότητα [10], [11], [12], [17], τη γενετική βελτίωση [3], [4] και τις στρατηγικές επιλογής [18] οδηγεί σε ένα κοινό συμπέρασμα: το μέλλον της ελληνικής αιγοπροβατοτροφίας δεν θα κριθεί από το πόσα ζώα θα έχουμε, αλλά από το πόσο έξυπνα θα τα διαχειριζόμαστε.

Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι η ανασύσταση του ζωικού κεφαλαίου δεν πρέπει να είναι επιστροφή στο παρελθόν. Πρέπει να είναι η ευκαιρία για τη δημιουργία ενός νέου ελληνικού μοντέλου κτηνοτροφίας: παραγωγικού, γενετικά βελτιωμένου, ανθεκτικού, ψηφιακού, οικονομικά βιώσιμου και απόλυτα προσαρμοσμένου στις ελληνικές συνθήκες.

Info

Ο Γεώργιος Αρσένος είναι κτηνίατρος και καθηγητής Ζωικής Παραγωγής, Ηθολογίας και Ευζωίας των ζώων στο Τμήμα Κτηνιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διευθυντής του Εργαστηρίου Ζωικής Παραγωγής και Προστασίας Περιβάλλοντος. Αποφοίτησε από την Κτηνιατρική του ΑΠΘ το 1993 και απέκτησε διδακτορικό από το ίδιο πανεπιστήμιο το 1997. Το 2001 ολοκλήρωσε δεύτερο διδακτορικό στο University of Edinburgh, με αντικείμενο τη συμπεριφορική διατροφή των ζώων.

Το ερευνητικό του έργο επικεντρώνεται στη ζωική παραγωγή, τη διατροφή, τη γενετική βελτίωση, την υγεία και την ευζωία των παραγωγικών ζώων, καθώς και στη βιωσιμότητα των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων. Έχει συμμετάσχει ως επιστημονικός υπεύθυνος σε 119 ερευνητικά έργα και έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την αιγοπροβατοτροφία και τα συστήματα εκτροφής.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

[1] Paraskevopoulou, C., Theodoridis, A., Johnson, M., Ragkos, A., Arguile, L., Smith, L., Vlachos, D., & Arsenos, G. (2020). Sustainability Assessment of Goat and Sheep Farms: A Comparison between European Countries. Sustainability, 12(8), 3099. https://doi.org/10.3390/su12083099

[2] Vouraki, S., Skourtis, I., Psichos, K., Jones, W., Davis, C., Johnson, M., Riaguas Rupérez, L., Theodoridis, A., & Arsenos, G. (2020). A Decision Support System for Economically Sustainable Sheep and Goat Farming. Animals, 10(12), 2421. https://doi.org/10.3390/ani10122421

[3] Argyriadou, A., Gelasakis, A. I., Banos, G., & Arsenos, G. (2020). Genetic improvement of indigenous Greek sheep and goat breeds. Journal of the Hellenic Veterinary Medical Society, 71(1), 2063–2072. https://doi.org/10.12681/jhvms.22967

[4] Michailidou, S., Tsangaris, G., Fthenakis, G. C., Tzora, A., Skoufos, I., Karkabounas, S. C., Banos, G., Argiriou, A., & Arsenos, G. (2018). Genomic diversity and population structure of three autochthonous Greek sheep breeds assessed with genome-wide DNA arrays. Molecular Genetics and Genomics, 293(3), 753–768. https://doi.org/10.1007/s00438-018-1421-x

[5] Gelasakis, A. I., Rose, G., Giannakou, R., Valergakis, G. E., Theodoridis, A., Fortomaris, P., & Arsenos, G. (2017). Typology and characteristics of dairy goat production systems in Greece. Livestock Science, 197, 22–29. https://doi.org/10.1016/j.livsci.2017.01.003

[6] Vouraki, S., Papanikolopoulou, V., Argyriadou, A., Priskas, S., Banos, G., & Arsenos, G. (2025). Phenotypic and genetic parameters of grazing behaviour of semi-extensively reared Boutsko sheep. Applied Animal Behaviour Science, 282, 106473. https://doi.org/10.1016/j.applanim.2024.106473

[7] Ragkos, A., Theodoridis, A., & Arsenos, G. (2019). Alternative Approaches of Summer Milk Sales from Transhumant Sheep and Goat Farms: A Case Study from Northern Greece. Sustainability, 11(20), 5642. https://doi.org/10.3390/su11205642

[8] Priskas, S., Valergakis, G., Tsakmakidis, I., Vouraki, S., Papanikolopoulou, V., Theodoridis, A., & Arsenos, G. (2022). The Role of Housing Conditions on the Success of Artificial Insemination in Intensively Reared Dairy Ewes in Greece. Animals, 12(19), 2693. https://doi.org/10.3390/ani12192693

[9] Vouraki, S., Gelasakis, A. I., Fotiadou, V., Banos, G., & Arsenos, G. (2022). Repeatability of Health and Welfare Traits and Correlation with Performance Traits in Dairy Goats Reared under Low-Input Farming Systems. Veterinary Sciences, 9(6), 289. https://doi.org/10.3390/vetsci9060289

[10] Tsartsianidou, V., Sánchez-Molano, E., Kapsona, V. V., Basdagianni, Z., Chatziplis, D., Arsenos, G., Triantafyllidis, A., & Banos, G. (2021). A comprehensive genome-wide scan detects genomic regions related to local adaptation and climate resilience in Mediterranean domestic sheep. Genetics Selection Evolution, 53(1), Article 90. https://doi.org/10.1186/s12711-021-00682-7

[11] Tsartsianidou, V., Kapsona, V. V., Sánchez-Molano, E., Basdagianni, Z., Carabaño, M. J., Chatziplis, D., Arsenos, G., Triantafyllidis, A., & Banos, G. (2021). Understanding the seasonality of performance resilience to climate volatility in Mediterranean dairy sheep. Scientific Reports, 11, 1889. https://doi.org/10.1038/s41598-021-81461-8

[12] Argyriadou, A., Michailidou, S., Vouraki, S., Tsartsianidou, V., Triantafyllidis, A., Gelasakis, A., Banos, G., & Arsenos, G. (2023). A genome-wide association study reveals novel SNP markers associated with resilience traits in two Mediterranean dairy sheep breeds. Frontiers in Genetics, 14, 1294573. https://doi.org/10.3389/fgene.2023.1294573

[13] Theodoridis, A., Vouraki, S., Morin, E., Koutouzidou, G., & Arsenos, G. (2022). Efficiency Analysis and Identification of Best Practices and Innovations in Dairy Sheep Farming. Sustainability, 14(21), 13949. https://doi.org/10.3390/su142113949

[14] Papanikolopoulou, V., Vouraki, S., Priskas, S., Theodoridis, A., Dimitriou, S., & Arsenos, G. (2023). Economic Performance of Dairy Sheep Farms in Less-Favoured Areas of Greece: A Comparative Analysis Based on Flock Size and Farming System. Sustainability, 15(2), 1681. https://doi.org/10.3390/su15021681

[15] Theodoridis, A., Ragkos, A., Vouraki, S., Arsenos, G., Kominakis, A., Coppin, S., Thénard, V., & Byrne, T. J. (2023). Novel Resilient and Sustainable Farm Profiles in Small Ruminant Production Systems Using Mathematical Programming Model. Sustainability, 15(15), 11499. https://doi.org/10.3390/su151511499 MDPI

[16] Mandolesi, S., Naspetti, S., Arsenos, G., Caramelle-Holtz, E., Latvala, T., Martin-Collado, D., Orsini, S., Ozturk, E., & Zanoli, R. (2024). Consumer attitudes, motivations and barriers towards sheep and goat dairy products. International Journal of Gastronomy and Food Science, 36, 100917. https://doi.org/10.1016/j.ijgfs.2024.100917

[17] Carabaño, M. J., Tsartsianidou, V., Hazard, D., Larroque, H., Buisson, D., Pineda-Quiroga, C., Ugarte, E., Serrano, M., Jiménez, M. A., Triantafyllidis, A., Arsenos, G., Díaz, C., & Ramón, M. (2025). Climate resilience differs across dairy sheep populations in Europe. Animal, 19(7), 101570. https://doi.org/10.1016/j.animal.2025.101570

[18] Thénard, V., Quénon, J., Arsenos, G., Bailo, G., Baptista, T. R., Byrne, T., De Barbieri, I., Bruni, G., Freire, F., Theodoridis, A., & Vouraki, S. (2024). Identifying selection strategies based on the practices and preferences of small ruminant farmers to improve the sustainability of their breeding systems. Animal, 18(7), 101208. https://doi.org/10.1016/j.animal.2024.101208

[19] Tsartsianidou, V., Pavlidis, A., Tosiou, E., Arsenos, G., Banos, G., & Triantafyllidis, A. (2023). Novel genomic markers and genes related to reproduction in prolific Chios dairy sheep: a genome-wide association study. Animal, 17(3), 100723. https://doi.org/10.1016/j.animal.2023.100723

[20] Vouraki, S., Gelasakis, A. I., Ekateriniadou, L. V., Banos, G., & Arsenos, G. (2019). Impact of polymorphisms at the PRNP locus on the performance of dairy goats reared under low-input pastoral farming systems. Small Ruminant Research, 174, 77–82. https://doi.org/10.1016/j.smallrumres.2019.03.014

02 November 2026