Νέα ΚΑΠ με εργαλεία διαχείρισης κινδύνου, στο τραπέζι των Ευρωπαίων υπουργών Γεωργίας

21 Αυγούστου 2017

Νέα ΚΑΠ με εργαλεία διαχείρισης κινδύνου, στο τραπέζι των Ευρωπαίων υπουργών Γεωργίας

Η υπόθεση των μολυσμένων με fipronil αυγών θα τεθεί, για πρώτη φορά σε όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την έναρξη του σκανδάλου, στη διάρκεια του άτυπου Συμβουλίου Υπουργών Γεωργίας που θα πραγματοποιηθεί στις 3-5 Σεπτεμβρίου στο Ταλίν της Εσθονίας. Πρόκειται για μια απλή ενημέρωση που θα λάβουν οι υπουργοί από την πλευρά της Κομισιόν - μια ενημέρωση που ήδη έχει αργήσει, εάν ληφθεί υπόψη η έκταση των συνεπειών, με εκατομμύρια αυγά αλλά και προϊόντα που τα περιείχαν, να αποσύρονται μαζικά από την κυκλοφορία.

Παρά τη σπουδαιότητα και την επικαιρότητα του θέματος, αυτό είναι εν τούτοις δευτερεύον και μάλλον εμβόλιμο στο κύριο θέμα που θα συζητήσουν οι υπουργοί Γεωργίας. Το βασικό (και μάλλον μοναδικό όπως φαίνεται στο πρόγραμμα) θέμα συζήτησης αφορά την Κοινή Αγροτική Πολιτική, και μάλιστα έναν κρίσιμο τομέα της που είναι η διαχείριση των κινδύνων.

Συγκεκριμένα, το βασικό θέμα στο Άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας έχει τον τίτλο «Ενισχύοντας τους αγρότες μας με αποτελεσματικά εργαλεία για να διαχειριστούν τους κινδύνους μετά το 2020».

Αφορμή γι’ αυτή τη συζήτηση είναι οι αυξανόμενοι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει ο αγροτικός τομέας της Ε.Ε. ως αποτέλεσμα της αυξανόμενης αστάθειας των τιμών στις διεθνείς αγορές, αλλά και ως αποτέλεσμα παραγωγικών προβλημάτων λόγω της κλιματικής αλλαγής. Αυτά προφανώς επηρεάζουν το αγροτικό εισόδημα. Επηρεάζουν όμως επίσης (και εδώ εστιάζεται, ως φαίνεται, το κύριο ενδιαφέρον των επιτελείων της Ε.Ε.) και την ανταγωνιστικότητα, κάνοντας δύσκολο τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και παρεμποδίζοντας τα κίνητρα για επένδυση.

Ο βασικός προβληματισμός της εσθονικής προεδρίας, όπως φαίνεται στο κείμενο εργασίας επί του οποίου θα συζητήσουν οι Ευρωπαίοι υπουργοί Γεωργίας, είναι το πώς η οικονομική πλευρά της ΚΑΠ θα δώσει περισσότερο βάρος στη διαχείριση κινδύνου. «Τα τελευταία χρόνια ο αγροτικός τομέας μας είχε την εμπειρία μιας μεγάλης έντασης στην αγορά. Αν και είδαμε θετικές εξελίξεις στους περισσότερους κλάδους, η ανάκαμψη είναι εύθραυστη. Ενώ τα διάφορα έκτακτά μέτρα που λήφθηκαν αποτέλεσαν μεγάλη βοήθεια, είδαμε τις αδυναμίες της τρέχουσας ΚΑΠ και πρέπει να θέσουμε σε ισχύ προληπτικά και αποτελεσματικά εργαλεία διαχείρισης κινδύνου για να κάνουμε τον αγροτικό μας τομέα πιο ανθεκτικό στους διάφορους κινδύνους» αναφέρει το εισηγητικό κείμενο.

Με αφορμή αυτή τη σκέψη, η εσθονική προεδρία καλεί τους υπουργούς να συζητήσουν τα ακόλουθα ερωτήματα:

- Ένα από τα κύρια μηνύματα της μεταρρύθμισης της ΚΑΠ το 2003 ήταν «ελευθερία στο αγρόκτημα». Έχουν αναγνωρίσει οι αγρότες μας την υπευθυνότητά τους στη διαχείριση των κινδύνων; Η ΚΑΠ τους παρείχε επαρκή εργαλεία για να το κάνουν;

- Πρέπει το ποσό του αποθεματικού κρίσης να αυξηθεί; Πρέπει αυτό το ποσό να συσσωρεύεται κατ’ έτος για να απαντήσουμε αποτελεσματικά στις κρίσεις της αγοράς; Πρέπει αυτό το ποσό να συσσωρεύεται σε επίπεδο Ε.Ε. ή σε επίπεδο κράτους μέλους;

- Θεωρείτε τις άμεσες ενισχύσεις ένα εργαλείο διαχείρισης κινδύνου; Συμφωνείτε ότι χρειάζεται περαιτέρω εναρμόνιση των επιπέδων στήριξης προκειμένου οι άμεσες ενισχύσεις να αποτελέσουν πραγματική κάλυψη κινδύνου; Πρέπει ένα ορισμένο μέρος των άμεσων ενισχύσεων να κατευθυνθεί στη χρηματοδότηση διαχείρισης κινδύνου; Πρέπει αυτό να είναι εθελοντικό ή υποχρεωτικό για τους αγρότες;

Τα ερωτήματα είναι ενδεικτικά μιας μετάβασης στη φιλοσοφία της ΚΑΠ. Το εισηγητικό έγγραφο της συνεδρίασης των υπουργών Γεωργίας, θέτει το ζήτημα ξεκάθαρα: «Η σημερινή ΚΑΠ δεν είναι έτοιμη για κρίσεις και δεν είναι ικανή να απαντήσει σε αυτές αποτελεσματικά και με επάρκεια. Οι αγρότες χρειάζονται πιο αποτελεσματικά εργαλεία στο πλαίσιο της ΚΑΠ. Η λύση δεν είναι να επιστρέψουμε σε παλιά εργαλεία, αλλά να συνεχίσουμε να προσανατολιζόμαστε προς την αγορά και να κατευθυνόμαστε προς πιο ισότιμες συνθήκες ανταγωνισμού. Και την ίδια στιγμή να παρέχουμε στους αγρότες τρόπους που αφενός θα διασφαλίζουν την ετοιμότητά τους έναντι των κρίσεων και αφετέρου θα συνεισφέρουν στην ενδυνάμωση της ανταγωνιστικότητας στην ανοικτή αγορά».

21 Αυγούστου 2017