Στο επίκεντρο βουλευτών, ευρωβουλευτών και καταναλωτών οι εμπορικές συμφωνίες CETA και ΤΤΙΡ

02 Σεπτεμβρίου 2016

Στο επίκεντρο βουλευτών, ευρωβουλευτών και καταναλωτών οι εμπορικές συμφωνίες CETA και ΤΤΙΡ

Πολλές, αντικρουόμενες, αντιφατικές και δυσανάγνωστες είναι τις τελευταίες ημέρες οι επίσημες και… ημιεπίσημες δηλώσεις που αφορούν τις διατλαντικές εμπορικές συμφωνίες απελευθέρωσης των αγορών. Δεν χρειάζεται να γυρίσει κανείς πολύ πίσω χρονικά, για να θυμηθεί τις δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων ότι η Συμφωνία μεταξύ Ε.Ε. και ΗΠΑ (ΤΤΙΡ) θα προχωρήσει κανονικά, ή την αναφορά της Γερμανίδας καγκελαρίου ότι η ΤΤΙΡ πρέπει να ολοκληρωθεί. Ή, αντιθέτως, τις ενστάσεις που εξέφρασε ο Αυστριακός καγκελάριος σημειώνοντας ότι οι συμφωνίες ΤΤΙΡ (με τις Ηνωμένες Πολιτείες) και CETA (με τον Καναδά), αποτελούν μία μαζική μετατόπιση εξουσιών προς παγκόσμιους επιχειρηματικούς ομίλους σε βάρος της δημοκρατίας. Συνυπολογίστε σε αυτά και τη δηλωμένη αντίθεση που έχουν εκφράσει πάμπολλοι ευρωβουλευτές, και θα καταλάβετε ότι τα πράγματα δεν προχωρούν εύκολα στο μέτωπο των διεθνών εμπορικών συμφωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με ΗΠΑ και Καναδά. Ας σημειωθούν επιπλέον και οι δηλώσεις του Γάλλου Προέδρου Φρ. Ολάντ ότι οι συνομιλίες ΗΠΑ-Ε.Ε. για την ΤΤΙΡ «έχουν βαλτώσει». Όπως και οι αντιδράσεις που έχουν ορθώσει εκατοντάδες εκατοντάδες μέλη του Ευρωκοινοβουλίου. Μπαίνουμε προφανώς σε μια εποχή μετατοπίσεων και σκεπτικισμού όσον αφορά τα καλά της παγκοσμιοποίησης των αγορών, η οποία, μετά από ένα διάστημα μεγάλης κλίμακας αμφισβήτησης, επιτάχυνε τις διαδικασίες της αλλά τώρα φαίνεται να συναντά προβλήματα όχι μόνο από διαδηλώσεις και πορείες, αλλά και από κράτη και κυβερνήσεις.

Σε αυτό το φόντο, πρόκειται να συνεδριάσει σήμερα Παρασκευή η Ειδική Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων για το περιεχόμενο και τις διαδικασίες σύναψης των διατλαντικών εμπορικών συμφωνιών. Η συνεδρίαση, που ξεκινά στις 5.00 το απόγευμα με τη συμμετοχή και των Ελλήνων ευρωβουλευτών, θα έχει ως θέμα την ενημέρωση των μελών της Επιτροπής από τους ευρωβουλευτές «για την πορεία των διαπραγματεύσεων των διατλαντικών εμπορικών συμφωνιών στο επίπεδο της Ε.Ε., καθώς και το σχεδιασμό του συντονισμού της δράσης της». Αφορμή για τη συνεδρίαση είναι προφανώς η συζήτηση που θα έχουν για τη CETΑ οι αρμόδιοι υπουργοί των κρατών μελών της Ε.Ε. στην Μπρατισλάβα σε λίγες εβδομάδες (22-23 Σεπτεμβρίου).
Σημειώνεται ότι η Επιτροπή του Ελληνικού Κοινοβουλίου έχει ως προτεραιότητα να γνωμοδοτήσει σχετικά με την ανάγκη επικύρωσης της CETA από τα εθνικά κοινοβούλια, μετά μάλιστα την απόφαση της Κομισιόν να προτείνει τη CETA ως συμφωνία «μεικτής» αρμοδιότητας, προκειμένου να καταστεί δυνατή η ταχεία υπογραφή και προσωρινή εφαρμογή της έως ότου το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφανθεί επί του ανοικτού ζητήματος της αρμοδιότητας γι' αυτές τις εμπορικές συμφωνίες. [Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να παρακολουθήσει τη συνεδρίαση σε απευθείας μετάδοση από την Τηλεόραση της Βουλής].

Ταυτόχρονα όμως η CETA, όπως και η ΤΤΙΡ, απασχολεί (ως όφειλε εξάλλου) και τους καταναλωτές, που προβληματίζονται για θέματα όπως η ασφάλεια και η ποιότητα των τροφίμων ή η υπέρμετρη εξουσία που αποκτούν οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Μια σειρά οργανώσεις καταναλωτών (κυρίως στις χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης και λιγότερο στην Ελλάδα) προβάλλουν θέσεις και ενστάσεις, ενώ μόλις προχθές Τετάρτη και το ελληνικό ΚΕΠΚΑ – Κέντρο Προστασίας Καταναλωτών απηύθυνε σχετική επιστολή στον υπουργό Οικονομίας Γ. Σταθάκη, και στον Γενικό Γραμματέα Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή, Αντ. Παπαδεράκη.

Στην επιστολή το ΚΕΠΚΑ θεωρεί ότι η Συμφωνία CETA δεν πρέπει να εγκριθεί, με τη σημερινή της μορφή, επειδή δεν προστατεύει, ούτε ωφελεί τους καταναλωτές. «Ενώ η Συμφωνία CETA στοχεύει στη μείωση των τιμών, για τους καταναλωτές και να τους δώσει περισσότερες επιλογές, μέχρι στιγμής, δεν υπάρχει καμιά οικονομική απόδειξη ότι θα επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι. Επιπλέον, η Συμφωνία CETA δεν προβλέπει καμιά υποχρέωση πληροφόρησης, σε περίπτωση που ένας καταναλωτής από την Ευρώπη αντιμετωπίσει πρόβλημα με το αγαθό που αγοράζει από τον Καναδά (π.χ. σε περίπτωση μη παράδοσης του αγαθού), ούτε προβλέπει κάτι για αποζημίωση των καταναλωτών που αντιμετωπίζουν προβλήματα στις διατλαντικές τους αγορές» σημειώνει το ΚΕΠΚΑ, υπογραμμίζοντας ότι στη CETA «Υπάρχουν καλοί όροι, που αφορούν τις συνθήκες υγιεινής καθώς και συνεργασία, στον τομέα τροφίμων, που θα μπορούσαν να αποβούν, σε όφελος των καταναλωτών. Όμως, η Αρχή της Προφύλαξης θα έπρεπε να αναφέρεται, στο κείμενο, με ισχυρούς νομικούς όρους, τόσο για τα παραπάνω κεφάλαια, όσο και για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες».

Και συνεχίζει: «Αναγνωρίζουμε ότι το αρχικό κεφάλαιο, που αφορά την επίλυση των διαφορών, ανάμεσα σε επενδυτές και κράτη, έχει βελτιωθεί. Όμως, παρόλη τη βελτίωση, οι ξένοι επενδυτές θα μπορούν να ζητούν αποζημίωση, σε περίπτωση που θεωρήσουν ότι η επένδυσή τους μπορεί να επηρεαστεί, από κρατικές πολιτικές αποφάσεις. Αυτό το κεφάλαιο μπορεί να απαγορεύσει, στην Ε.Ε. να λάβει, στο μέλλον, απαραίτητες αποφάσεις για την προστασία των καταναλωτών, υπό το φόβο των αντιδράσεων ξένων επενδυτών. Εκτός αυτού, η ανεξαρτησία του Δικαστηρίου, που θα ασχολείται, με αυτές τις διαφορές, δεν είναι εγγυημένη, καθώς τα μέλη του θα μπορούν να εργάζονται, ως νομικοί, σε επιχειρήσεις».

Το πώς θα προχωρήσουν τα πράγματα δεν είναι βέβαια κάτι που μπορεί να προβλεφθεί αυτή τη στιγμή. Με όλες τις αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου όμως να διασταυρώνονται, είναι απόλυτα νομιμοποιημένο να μιλά κανείς για μεγάλη εμπλοκή στη μεγαλύτερη σήμερα εμπορική και επενδυτική συμφωνία που βρίσκεται στα σκαριά, την ΤΤΙΡ (η CETA φαίνεται ότι είναι κοντά σε ολοκλήρωση και υπογραφή ούτως ή άλλως).

02 Σεπτεμβρίου 2016